22/11/2008

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ

ΔΕ ΘΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ ΜΑΣ!

Όλη η κοινωνία κινείται υπό το βάρος της τεράστιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και του φόβου για την έκταση των συνεπειών της στην καθημερινή ζωή. Και οι πιο αισιόδοξοι έχουν αντιληφθεί ότι είναι ζήτημα χρόνου η καταιγιστική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των εργαζομένων και η αύξηση της ανεργίας. Κάτω από αυτό το καθεστώς τρόμου, εταιρίες έχουν ήδη αρχίσει να απολύουν μαζικά, να μειώνουν μεροκάματα και μισθούς, να επιβάλλουν χειροτέρευση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί είναι έτοιμοι για να αντιμετωπίσουν τον «εχθρό λαό». Ήδη Ιταλία, Γερμανία και ΗΠΑ έχουν αποφασίσει τη χρησιμοποίηση στρατού για τη «δημόσια ασφάλεια και την αποκατάσταση της τάξης»!

Φτώχεια – ανεργία – τρομοκρατία αυτό είναι το μέλλον που μας υπόσχονται!

Οι εκπαιδευτικοί -ως τμήμα του εργαζόμενου λαού- θα ανήκουν κι αυτοί στα θύματα της οικονομικής κρίσης. Η ένταση της λιτότητας σε έναν κλάδο που ήδη περνάει δύσκολα, η εξάπλωση της εργασιακής ανασφάλειας και πίεσης αλλά και η ένταση των λειτουργικών προβλημάτων στα σχολεία -σα συνέπεια των περικοπών- θα κάνει ακόμα πιο ασφυκτική την καθημερινότητα των εκπαιδευτικών.

Η εκπαίδευση
Στην εκπαίδευση εντείνεται τόσο η έφοδος σε οποιαδήποτε έννοια δημόσιας δωρεάν παιδείας έχει διασωθεί όσο και η χειροτέρευση των εργασιακών συνθηκών του κλάδου.
Συνολικά, διαμορφώνεται ένα κλίμα ασφυκτικής οικονομικής και εργασιακής πίεσης στους εκπαιδευτικούς και μια κλιμάκωση της επίθεσης στα μορφωτικά δικαιώματα της νεολαίας. Και όλα αυτά εντείνονται από την ψυχολογία τρόμου που υπάρχει στο λαό για το χειρότερο αύριο που του ετοιμάζει το σύστημα και το πολιτικό του προσωπικό.

  • Η κυβέρνηση αναγνώρισε πραξικοπηματικά τα ΚΕΣ παρακάμπτοντας το άρθρο 16 που δεν μπόρεσε να καταργήσει νομότυπα, μείωσε τους εισακτέους και χιλιάδες θέσεις στην τριτοβάθμια έμειναν κενές!
  • Με την ολοκλήρωση της εφαρμογής του νόμου για την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση χτυπιούνται μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών και δημιουργείται κλίμα τεράστιας ανασφάλειας στους εκπαιδευτικούς.
  • Προσπάθησε να προχωρήσει τα βήματα αξιολόγησης - χειραγώγησης - ελέγχου μέσω της διαβόητης εγκυκλίου για τον «προγραμματισμό» στη Β’βάθμια, που σε μεγάλο βαθμό αποκρούστηκε από τον κλάδο.
  • Τα νέα βιβλία στο δημοτικό και το γυμνάσιο με την τεράστια αύξηση της ύλης και τους παράλογους εκπαιδευτικούς στόχους έχουν αποτέλεσμα την αποθάρρυνση των παιδιών και την εμπέδωση της αντίληψης «ότι δεν είναι για τα φτωχά λαϊκά στρώματα οι σπουδές».
  • Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και στα νηπιαγωγεία γίνεται ενορχηστρωμένη και πανελλαδική προσπάθεια επέκτασης του ωραρίου, ενώ χιλιάδες κενά δασκάλων κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την κατάσταση.
  • Ταυτόχρονα, η βροχή πιστοποιήσεων για μαθητές και εκπαιδευτικούς έρχεται να θέσει σε αμφισβήτηση τους τίτλους σπουδών και τα επαγγελματικά δικαιώματα (βλ. και δηλώσεις Λυκουρέντζου για ΕΠΑΛ - ΕΠΑΣ), αλλά και να ανοίξει την πόρτα της αξιολόγησης για τους εκπαιδευτικούς.

Με λίγα λόγια, όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης βρίσκονται στο στόχαστρο αντιδραστικών αλλαγών. Σε αυτή την αντιδραστική καταιγίδα συναινούν όλα τα κέντρα εξουσίας: κυβέρνηση και ΠΑΣΟΚ, αστική τάξη, Ευρωπαϊκή Ένωση, Μέσα Μαζικής Παραπληροφόρησης.

Η ανθρωποφαγία που προσπαθεί να επιβάλει η διοίκηση στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση δεν πρέπει να περάσει. Οι εκπαιδευτικοί ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ υπεύθυνοι για τα αδιέξοδα της κυρίαρχης πολιτικής! Να μη δεχτούμε καμία περιστολή των εργασιακών μας κατακτήσεων!

Έκτακτη ανάγκη η παρέμβαση του κινήματος στις εξελίξεις

Όλη αυτή η πιεστική κατάσταση στην κοινωνία και την εκπαίδευση δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ραγδαίες εξελίξεις προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

  • Αν το κίνημα παραμείνει στη γωνία, θα ενταθεί το βαρύ κλίμα αδυναμίας και ηττοπάθειας στους εργαζόμενους, ένα κλίμα στη δημιουργία του οποίου έχουν συμβάλει στο μέγιστο βαθμό οι συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ αλλά και το ΠΑΜΕ.
  • Αν το κίνημα παραμείνει στη γωνία η επιδείνωση θα έρθει με μαθηματική ακρίβεια. Όχι μόνο σε σχέση με τις δυσκολίες διαβίωσης αλλά και σε σχέση με ένα πλήθος μέτρων του συστήματος που θα στοχεύουν στην πειθάρχηση και στον έλεγχο του κλάδου ώστε να περιοριστεί δραστικά η δυνατότητα συλλογικής δράσης και αντίστασης.
  • Τέλος, αν το κίνημα παραμείνει στη γωνία θα ανατροφοδοτηθεί η απελπισμένη «επένδυση» μεγάλων τμημάτων του λαού σε νεοσοσιαλδημοκρατικές κυβερνητικές λύσεις, ελπίδες που -γρήγορα- θα αποδειχτεί πόσο φρούδες είναι.

Με βάση τα παραπάνω, είναι καθήκον πρώτης γραμμής να παρέμβει το κίνημα και τα εκατομμύρια των εργαζομένων που θα σηκώσουν το βάρος των συνεπειών της κρίσης να βγουν μπροστά, να συγκροτήσουν ένα μέτωπο αντίστασης με στόχο ΔΕ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ – ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΕ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ – ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ – ΓΙΑ ΜΟΡΦΩΣΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΛΑΟ.

Με σωματεία - όπλα των εργαζομένων
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι: Μπορούμε χωρίς κίνημα, σωματεία και αγώνα να απαντήσουμε στην επίθεση που εξελίσσεται; Μπορούμε χωρίς κίνημα, σωματεία και αγώνα να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στη μόρφωση και τη δουλειά με δικαιώματα για τους μαθητές μας και τη νεολαία;
Μπορούμε να τα εκχωρήσουμε όλα αυτά στις παρατάξεις των κομμάτων του κεφαλαίου ΔΑΚΕ - ΠΑΣΚ που χρόνια τώρα είναι το μακρύ χέρι των κυβερνήσεών τους στον κλάδο;

Για να γίνει το σωματείο όργανο υπεράσπισης των δικαιωμάτων και προώθησης των συμφερόντων των εκπαιδευτικών, των μαθητών, όλου του εργαζόμενου λαού:
- κυρίαρχο όργανο οι Γενικές Συνελεύσεις
- οργάνωση της ζωής και της δράσης της ΕΛΜΕ από τα μέλη της
- επιτροπές αγώνα για τα σοβαρά εκπαιδευτικά και εργασιακά προβλήματα
- συσκέψεις σε ώρες λειτουργίας του σχολείου κατά περιοχές
- επαναδραστηριοποίηση των συνδικαλιστικών συνδέσμων στα σχολεία
- δημοκρατία στην οργάνωση και δράση του συνδικαλιστικού κινήματος
- απαλλαγή του συνδικαλιστικού κινήματος από τον κοινοβουλευτισμό και την κρατική κηδεμονία
- σύγκρουση με τη λογική συνδιαχείρισης - συνδιοίκησης και συμμετοχής του συνδικαλιστικού κινήματος στα Υπηρεσιακά Συμβούλια

Μπορούμε μήπως το σωματείο μας και τα προβλήματά μας να τα αναθέσουμε στη συμβιβασμένη ηγεσία της ΟΛΜΕ ή σ’ αυτούς που παρά τις αριστερές κορώνες τρέμουν την ανάπτυξη του κινήματος; Σε όλους αυτούς δηλαδή που υπονόμευσαν ανοιχτά τη δυνατότητα να γίνει απεργία διαρκείας στις πρόσφατες συνελεύσεις, όπως υπονομεύουν κάθε ουσιαστικό αγώνα που γίνεται; Όλοι αυτοί πάτησαν στις πραγματικές δυσκολίες του κινήματος όχι για να προσπαθήσουν να τις αντιμετωπίσουν αλλά για να κάνουν (συγκαλυμμένα ή κυνικά) την άθλια δουλειά να πολλαπλασιάσουν την ηττοπάθεια, την αίσθηση αδυναμίας και μοιρολατρίας - ουσιαστικά να διαιωνίσουν το τέλμα και την ακινησία.

Τους αγώνες, όμως, δεν τους κάνουν οι συνδικαλιστές. Τις κατακτήσεις δεν τις κερδίζουν οι «εκπρόσωποι». Τις κατακτήσεις δε μας τις χαρίζει το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του.
Τους αγώνες τους κάνει η μεγάλη μάζα των εργαζομένων και έτσι κερδίζονται οι κατακτήσεις! Τη δύναμη του κινήματος δεν την υποκαθιστά κανένας!

Στα σωματεία η κοινοβουλευτικού τύπου εκπροσώπηση - ανάθεση αναπαράγει τους συσχετισμούς υποταγής στο σύστημα. Οι εργαζόμενοι νιώθουν σε μεγάλο βαθμό μακριά από αυτά και δεν έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις που τα ελέγχουν. Ως τελικό αποτέλεσμα προκύπτει η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ίδια τη συλλογική δράση.
Η κατάσταση αυτή πρέπει να αλλάξει… Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Οι ανάγκες του κινήματος - Να αναμετρηθούμε με τις αδυναμίες μας

Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο όλοι κρίνονται πάνω στις πράξεις τους. Κρίνονται από το αν θέτουν στις δυνάμεις τους στην υπηρεσία των αναγκών του κινήματος. Κρίνονται από το αν συμβάλλουν στο να δοθεί η ευκαιρία σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο να βρει τη διέξοδο του αγώνα και της συλλογικής δράσης.

Οι βερμπαλισμοί και τα «ολοκληρωμένα προγράμματα» όταν δεν είναι υποταγή στο συσχετισμό είναι στην καλύτερη περίπτωση επένδυση σε εκλογικές διαδικασίες μακριά από τις ανάγκες που θέτει η πραγματικότητα και η ταξική πάλη.

Η ανάγκη απάντησης των ζητημάτων που τίθενται από την πραγματικότητα είναι επείγουσα. Πόσο μάλλον που το κλείσιμο της δυνατότητας για απεργία διαρκείας είναι πιθανό να ανοίξει την άμεση κλιμάκωση της επίθεσης σε διάφορα μέτωπα όπως αυτό της αξιολόγησης.

Το ζήτημα της ανασυγκρότησης του κινήματος έχει πια με προφανή τρόπο γίνει ζήτημα ζωής. Η ανασυγκρότηση αυτή θα γίνει. Θα γίνει δια πυρός και σιδήρου! Με ελπίδες και αναστολές, με αβεβαιότητες, με προχωρήματα και πισωγυρίσματα. Με αναμέτρηση με τις πραγματικές αδυναμίες.

Όποιος ελπίζει σε βελούδινο περιβάλλον βεβαιοτήτων, σιγουριάς και ασφάλειας, κάνει λάθος. Η μόνη εγγύηση που υπάρχει είναι ότι όσο ο λαός είναι στη γωνία τόσο θα αποθρασύνεται ο αντίπαλος.
Ενάντια στη λογική της ανάθεσης και στην αυταπάτη των εκλογικών συσχετισμών, ενάντια στη λογική συνδιαλλαγής με το σύστημα, η υπόθεση πρέπει να περάσει στα χέρια των εργαζομένων.
Η μετωπική πάλη του εργατικού κινήματος και το λαϊκό κίνημα μπορούν να ανασχέσουν το εφιαλτικό μέλλον που μας προετοιμάζει το σύστημα.
Την επόμενη περίοδο οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προετοιμαστούμε πολιτικά και οργανωτικά για απεργιακή σύγκρουση διαρκείας, οργανωμένη από τα κάτω, χειραφετημένη από τη συμβιβασμένη συνδικαλιστική ηγεσία. Που θα σπάσει την πρωτοβουλία του συστήματος, που θα είναι νικηφόρα και αποτελεσματική.

  • ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ!
  • Αντίσταση στη φτώχεια και την ανεργία. Ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις που να καλύπτουν το κόστος ζωής.
  • Όχι στις ελαστικές εργασιακές σχέσεις και την εργασιακή ανασφάλεια. ΜΟΝΙΜΗ και ΣΤΑΘΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ για ΟΛΟΥΣ. Πλήρης κατοχύρωση όλων των συναδέλφων.
  • ΟΧΙ στην αξιολόγηση – χειραγώγηση. Υπερασπιζόμαστε εργασιακά δικαιώματα, συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες. Να ανακληθούν οι εγκύκλιοι για το λεγόμενο «προγραμματισμό» και τις αναθέσεις. Ενάντια στο κυνήγι πιστοποιήσεων και την αμφισβήτηση των πτυχίων και εργασιακών – επαγγελματικών δικαιωμάτων.
  • Ασφάλιση – Περίθαλψη για όλους. Να καταργηθούν οι αντιασφαλιστικοί νόμοι Σιούφα – Ρέππα – Πετραλιά.
  • ΟΧΙ στην κατηγοριοποίηση σχολείων, εκπαιδευτικών, μαθητών. Να καταργηθεί ο Ν.3475/2006. Να κατοχυρωθούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των μαθητών της ΤΕΕ χωρίς προαπαιτούμενα τα ένσημα – ΟΛΑ τα επαγγελματικά δικαιώματα στο πτυχίο.
  • Δημόσια Δωρεάν Παιδεία για όλους. ΟΧΙ στην πολιτική των ταξικών φραγμών, των ιδιωτικοποιήσεων, της εντατικοποίησης και της αποκέντρωσης. Όχι στην οδηγία 36/05 και στο νόμο για τα ΚΕΣ. Να καταργηθεί η βάση του 10.

Τη συνδικαλιστική χρονιά που πέρασε, οι Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών ανέδειξαν στον κλάδο πλήθος ζητημάτων: την αντιπαράθεση στην εγκύκλιο αξιολόγησης των υποδιευθυντών, την αντιμετώπιση του προβλήματος της μετακίνησης των συναδέλφων στο Αγκίστρι, την αντίσταση σε προσπάθειες «αναπλήρωσης ύλης» ως τιμωρία για τις μαθητικές καταλήψεις, την προσπάθεια ανατροπής της πρόωρης απόλυσης των ωρομίσθιων συναδέλφων, την παρέμβαση του σωματείου στους νεοδιόριστους συναδέλφους (στα ΠΕΚ), την ανάγκη για μπλοκάρισμα του «προγραμματισμού εκπαιδευτικού έργου» και πολλά άλλα.

Επίσης, προτείναμε πλήθος πρωτοβουλιών σε σχέση με τα εργασιακά προβλήματα στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε το κλίμα αιχμαλωσίας και ομηρίας του κλάδου.

Τέλος προτείναμε στο ΔΣ τοπικές συσκέψεις της ΕΛΜΕ κατά περιοχές καθώς και επαναδραστηριοποίηση των συνδέσμων του σωματείου στα σχολεία.

Με συνεχείς περιοδείες στα σχολεία προσπαθήσαμε να στηρίξουμε αλλά και να στηριχτούμε στους ίδιους τους συναδέλφους αλλά και στο ίδιο το σωματείο και τη συλλογική δράση.

Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση της ΕΛΜΕ Πειραιά, Τρίτη 25/11, 10 πμ
Εκλογές ΕΛΜΕ Πειραιά, Δευτέρα 1/12, Σχολεία Τζαβέλλα
ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΗ
και στην απεργιακή συγκέντρωση

06/11/2008

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ - ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Σε αυτό το εισηγητικό κείμενο αναφερόμαστε σε ζητήματα και εξελίξεις που αφορούν την περίοδο που διανύουμε και τα οποία θα αποτελέσουν άλλωστε, με το ένα ή τον άλλο τρόπο, τους διαμορφωμένους όρους για τη περίοδο που ακολουθεί . Στόχος λοιπόν είναι να βοηθήσει σε μια γόνιμη συζήτηση πάνω στα κρίσιμα και σοβαρά πολιτικά ζητήματα της περιόδου, με τρόπο που να προσδιοριστούν και να προσεγγιστούν όσο το δυνατόν πληρέστερα και με σαφήνεια τα άμεσα καθήκοντά μας στον χώρο της εκπαίδευσης για το επόμενο διάστημα.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ
Διεθνής κατάσταση
Η βασικότερη τάση που διαμορφώθηκε σε όλη την προηγούμενη περίοδο από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από την χωρίς όρους και όρια εκμετάλλευση των λαών και της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα και πάνω σε αυτόν τον καμβά αναπτύσσονται και οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις διαμορφώνοντας σταθερά ένα ασφυκτικό πλαίσιο σχέσεων στο οποίο από την μια ενισχύονται οι μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής και από την άλλη προωθούνται εγκληματικές επεμβάσεις και ληστρικές επιδρομές . Τελικοί και συγχρόνως τραγικοί αποδέκτες οι λαοί και οι εργαζόμενοι.
Η σημερινή κρίση
Η πρόσφατη κρίση αποδεικνύει πριν απ΄ όλα την επικίνδυνη τροχιά στην οποία έχουν εισέλθει τα πράγματα. Ως απότοκος της ίδιας της φύσης του συστήματος αλλά και τροφοδοτούμενη από τον άγριο ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστών διαμορφώνει όρους για ακόμη πιο αγρία και σκληρή εκμετάλλευση λαών και εργαζόμενων. Η επιδείνωση μιας ήδη αβάστακτης πραγματικότητας είναι ο ορισμός του «ξεπεράσματος» της κρίσης , όπως διατυπώνεται από τα διάφορα κέντρα του συστήματος. Η καπιταλιστική οικονομία και η παραοικονομία ( το φυσικό παράγωγό της ) εκτός από τα δυσδιάκριτο των ορίων τους αποκτούν πλέον μια νέα δυναμική ανισορροπία από την τάση απλώματος της δεύτερης στο πεδίο της πρώτης. Αυτό αλλάζει πολλά από τα χθεσινά δεδομένα και ενδεχόμενα να εκβιάσει καταστάσεις και επιταχύνει γεγονότα, σε διεθνή κλίμακα. Και επειδή η εναγώνια, και καθόλου προσποιητή, προσπάθεια όλων των κυβερνήσεων για τα μέτρα «διάσωσης» της ίδιας κατάστασης που παρήγαγε την κρίση, έχουν σαν αποκλειστικό στόχο το παραπέρα ξεζούμισμα των λαών και της εργατικής τάξης, χρέος όλων, και κατ΄ αρχήν, είναι να εμποδιστεί με κάθε τρόπο αυτή η εξέλιξη.
Και η έκφρασή της στην ελληνική πραγματικότητα
- Η πραγματικότητα που καθημερινά βιώνει ο λαός και οι εργαζόμενοι στην χώρα μας έτσι κι αλλιώς διαμορφώνεται από τους όρους που επιβάλλει το διεθνές περιβάλλον σχέσεων, παίρνοντας συνήθως την δυσμενέστερη εκδοχή τους στην εγχώρια έκφρασή τους. Και αυτό αφορά κατά βάση την ίδια την φύση και τον χαρακτήρα της εξαρτημένης ελληνικής οικονομίας Παρά τα δήθεν καθησυχαστικά από την κυβέρνηση Καραμανλή ( και όχι μόνο) Θα πρέπει να αναμένουμε την ενίσχυση όλων εκείνων των παραμέτρων που επιδεινώνουν συνεχώς, εδώ και πολλά χρόνια, τους όρους ζωής και εργασίας του κόσμου.

Πολιτικό σκηνικό
- [Η πρωτοβουλία κινήσεων που (δυστυχώς) ανήκει σχεδόν αποκλειστικά στο σύστημα και η μορφοποίησή τους ( το «πώς» και «πότε» ) στην εκάστοτε κυβέρνηση είναι μια σχέση που πρέπει να ανατραπεί. Από και προς όφελος των εργαζομένων και των Λαϊκών συμφερόντων. Για την σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ, και ανεξάρτητα από τακτικές και μεθόδους που υιοθετεί κάθε φορά, εκείνο που έχει σημασία είναι πως μιλά στο όνομα των συμφερόντων συνολικά του συστήματος και κατά συνέπεια επικαλύπτει στην ουσία το ζητούμενο και για τις άλλες πολιτικές δυνάμεις (και βασικά του ΠΑΣΟΚ) που με το ένα ή άλλο τρόπο σε αυτό αναφέρονται και αυτό στηρίζουν. Γι αυτό και το λεγόμενο «πολιτικό κόστος» είναι πλέον ένα ανέκδοτο και κανείς από τους συνεπείς αστούς πολιτικούς δεν φαίνεται να το υπολογίζει σε αυτή τη φάση.] Η ισχύς της κυβέρνησης Καραμανλή δεν είναι οι 151±1 βουλευτές. Η ισχύς της πατά από την μια μεριά στην γενικότερη συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων του συστήματος στις επιταγές του κεφαλαίου, και από την άλλη στους δυσμενείς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν στις προηγούμενες δεκαετίες σε βάρος των εργαζόμενων και γενικά του λαϊκού κινήματος. Επιπλέον παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στο πολιτικό προσκήνιο ( το οποίο άλλωστε γενικώς αντανακλά κινήσεις και δράσεις του παρασκηνίου) τους τελευταίους μήνες πρέπει στην «δύναμη» της κυβέρνησης να προστεθεί και η αδυναμία του συστήματος να διαμορφώσει αξιόπιστη αλλαγή ή εναλλαγή απέναντι στις έντονες πιέσεις που δέχεται από το διεθνές πλαίσιο ( ΗΠΑ, ΕΕ, κλπ)

ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΑ
Οι γενικότερες αλλαγές
Το ελληνικό εκπ/κό σύστημα έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά στις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ωστόσο η ακολουθία όλων των παρεμβάσεων και αλλαγών αυτών χαρακτηρίζεται από δύο πράγματα εν πολλοίς αντιφατικά. .
· Παρά την συνολικά αντιδραστική κατεύθυνση αυτών των αλλαγών η έκτασή τους κάθε φορά έχει χαρακτήρα αποσπασματικό χαρακτήρα (σε ότι αφορά βαθμίδες ,επίπεδα και τομείς).
· Ενώ σε θεσμικό επίπεδο φαίνονται να διαμορφώνεται συνολικό πλαίσιο λειτουργιών και σχέσεων για την εκπ/κή πραγματικότητα , στην πράξη η εφαρμογή του ακολουθεί …..
Θα λέγαμε (και εν μέρει έτσι είναι) πως σε ένα σε σημαντικό βαθμό η σχέση αυτή ακολουθεί και ευθυγραμμίζεται με τακτικές και πολιτικές των κυβερνήσεων σε αναφορά με γενικότερες επιλογές. Ωστόσο ο περιορισμός της ερμηνείας αυτού του φαινομένου μόνο σε αυτή τη βάση ίσως περιορίζει δεδομένα που απορρέουν από εγγενείς αντιφάσεις αυτής καθαυτής της πολιτικοοικονομικής Ελληνικής πραγματικότητας σε ότι αφορά την δυνατότητα αλλά και την ταχύτητα προσαρμογών των εκπ/κών της μηχανισμών και σε αντιστοίχιση με αλλαγές στο επίπεδο των πολιτικοοικονομικών προσαρμογών της.
Πάντως όλες αυτές οι αποσπασματικές παρεμβάσεις, όλα αυτά τα χρόνια διαμόρφωσαν ένα από τα πιο αντιδραστικά πλαίσια λειτουργίας στην εκπαίδευση και σήμερα έχουμε μπροστά μας το πιο σύνθετο και περίπλοκο πλέγμα προβλημάτων από κάθε άλλη φορά. Εξ άλλου σήμερα δεν υπάρχει χώρος της εκπ/σης που να βρίσκεται έξω από αυτή την δίνη των προβλημάτων, γιατί έχει διαμορφωθεί στα βασικά της στοιχεία η συνολική και ταξική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο.

Η παράμετρος ιδεολογία - πολιτική στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς
Η εκπαίδευση σαν ένας σημαντικός πολιτικός και ιδεολογικός μηχανισμός για το σύστημα έχει ιδιαίτερη σημασία και τυχαίνει και της ανάλογης φροντίδας. Δεν πρέπει να συμμεριζόμαστε απόψεις ότι έχει αφεθεί στην τύχη του, ότι έχει υποβαθμιστεί ο ρόλος του σε ότι αφορά αυτή την πλευρά, κλπ. Το ότι ο ρόλος του μηχανισμού αυτού σήμερα δεν μπορεί να είναι ο ρόλος, για παράδειγμα, των δεκαετιών του ΄50 ή του ΄60, ως προς τις ιδιαίτερες πλευρές και μορφές που λειτουργεί, αυτό είναι σίγουρο. Τότε άλλα πράγματα είχαν προτεραιότητα, άλλες παράμετροι βάρυναν, άλλες γενικότερα οι συνθήκες. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Σε σχέση όμως με τα βασικά χαρακτηριστικά και ουσιαστικό ρόλο των μηχανισμών αυτών, τα πράγματα παραμένουν αναλλοίωτα και σταθερά προσκολλημένα στους στόχους και τις απαιτήσεις της άρχουσας τάξης σε κάθε εποχή και περίοδο και αποτελούν βασικά στοιχεία της ταυτότητας τους. Ωστόσο η ανταπόκριση των μηχανισμών αυτών στον ρόλο που πρέπει να παίξουν σε σχέση με τις εκάστοτε απαιτήσεις του συστήματος, τόσο στο σύνολό τους όσο και κατά βαθμίδα, δεν ακολουθεί πορεία αυτόματης προσαρμογής. Από την άποψη αυτή παρατηρούμε πως εδώ και αρκετά χρόνια εντοπίζεται ένα ιδιαίτερο τέτοιο πρόβλημα που συνεχώς οξύνεται.
Κατά βάση το πρόβλημα σχετίζεται άμεσα με τα ζητήματα του ελέγχου και της πειθάρχησης όλων των συντελεστών που συγκροτούν τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Βασικά των εκπαιδευτικών που θα χρησιμοποιηθούν απέναντι και κατά των μαθητών. Μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής των εκπαιδευτικών, καταστολής και χειραγώγησης των μαθητών.

Στο τομέα της πολιτικής και ιδεολογικής χειραγώγησης τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε συστηματική προσπάθεια αναπροσαρμογής αυτών των παραμέτρων. Όπως, για παράδειγμα, τα νέα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα που προωθούνται με το περικάλυμμα και την «αύρα του εκσυγχρονισμού» τόσο σε μορφή όσο και περιεχόμενο. Το θέμα έχει πάρει μεγάλη έκταση και πολιτικές προεκτάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τοποθετείται πάντα σε σωστή βάση, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αντιφατικότητα που εμπεριέχει. Το γεγονός ότι προκάλεσε και προκαλεί ενδοαστικές κόντρες και διαμάχες, μπερδεύει αρκετούς, που μιλούν και για προοδευτικά στοιχεία μέσα στην όλη προσπάθεια. Απαιτείται να γίνει από την μεριά μας καλύτερη και συστηματική προσέγγιση του ζητήματος, πάνω στην ουσία των αλλαγών αυτών και στις συνέπειες που δημιουργούν τόσο σε μαθητές όσο και σε εκπαιδευτικούς. Η δουλειά που έχουμε ξεκινήσει πρέπει να συνεχιστεί γιατί πολλά πλαστά διλήμματα εμφανίστηκαν και θα συνεχίσουν να εμφανίζονται. Πρέπει να αναπτύξουμε την άποψή μας για τον ρόλο και το περιεχόμενο εκπαιδευτικών μηχανισμών στις σημερινές συνθήκες και σε συνάρτηση με τον αναλλοίωτο διαχρονικά χαρακτήρα τους, στα όρια και το έδαφος της ταξικής πραγματικότητας.
-------------------------------------------------__----------------------------------------------
Συμπερασματικά: ο χώρος της εκπαίδευσης τόσο στο σύνολο του, όσο και κατά βαθμίδα διατρέχεται από πολλές αρνητικές εξελίξεις αλλά και από ελπιδοφόρα μηνύματα αντίστασης. Υπάρχει η ανάγκη μιας συνολικότερης τοποθέτησης για τις εξελίξεις αυτές ( από φοιτητές και εκπαιδευτικούς)για τις εξελίξεις και τις κατευθύνσεις που χαράζουν αυτές στο χώρο της Παιδείας.
Το ζήτημα των αναπροσαρμογών στην εκπαίδευση, ως μέρος της γενικότερης επίθεσης, στοχεύσει σε ριζικές ανατροπές και σχέσεις που διαμορφώθηκαν εδώ και πολλές δεκαετίες. έρχεται, πριν από όλα, να αντιστοιχηθεί και να εξυπηρετήσει νέες τάσεις και απαιτήσεις του κεφαλαίου. Και αυτό δεν είναι ένα ελληνικό φαινόμενο μόνο. Ανάλογα, και ίσως περισσότερο έντονα κάποιες φορές, διαμορφώνονται οι εξελίξεις και στην Ευρώπη. Στο πως θα προχωρήσουν ωστόσο κάποια πράγματα είναι ένα ζήτημα που συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες και συγκεκριμένες συνθήκες κάθε χώρας.


Δευτεροβάθμια –Τριτοβάθμια
Είναι οι χώροι όπου παρατηρούνται οι περισσότερες παρεμβάσεις. Ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον τρόπο πρόσβασης από την μία βαθμίδα στην άλλη. Μέσα από τις συνολικότερε τάσεις που αναπτύσσονται με στόχο την αποτελεσματικότερη λειτουργία του μηχανισμού στα πλαίσια του συστήματος και τους αντίστοιχους σχεδιασμούς που διαμορφώνουν αυτές οι τάσεις βλέπουμε ένα πλήθος από μέτρα που στοχεύουν άμεσα και φανερά στην ενίσχυση της ταξικής επιλογής. Ωστόσο το ζήτημα δεν αφορά απλά μια αναδιάρθρωση τεχνητού τύπου, μια διαδικασία αναπροσαρμογής του μηχανισμού σε επιμέρους στοιχεία του. Έχει γίνε αντιληπτό πως οι όποιοι σχεδιασμοί μέχρι σήμερα για την αποδυνάμωση του βασικού κορμού με την λειτουργία παράλληλων σχολείων που βαφτίζονται «Τεχνικά σχολεία», και ο έμμεσος τρόπος ελέγχου της ροής προς τα ΑΕΙ, παρά τα όποια αποτελέσματα του, μάλλον κρίνεται αρκετά αναποτελεσματικός. (Προσπάθεια / κόστος -αποτέλεσμα / παρενέργειες) . Στην πραγματικότητα η όλη προσπάθεια έρχεται να αντιπαρατεθεί με χρόνιες καταστάσεις και παγιωμένες αντιλήψεις του κόσμου αναφορικά με του εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, και ιδιαίτερα με τις τάσεις που αναδείχθηκαν μεταπολεμικά πάνω στο μαζικό σχολείο και ανάδειξη της ιδεολογικής παραμέτρου ως βασικότερης. .
Το γενικότερο πρόβλημα για το σύστημα όπως μπορούμε να το σκιαγραφήσουμε σήμερα παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο βασικές κατευθύνσεις με τον ίδιο στόχο: ή να ενισχυθεί η δυσκολία / απαιτητικότητα, σε περιεχόμενο και διαδικασία (τυπικά φράγματα), στον βασικό κορμό και άρα προοπτικά μέσω της μαζικής αποθάρρυνσης ( και οικονομικής) ή να λειτουργήσουν εν είδη αυτοματισμού οι νόμοι της ταξικότητας με την μετατόπιση του κέντρου βάρους όλων αυτών στο ανώτατο επίπεδο όπου πλέον και οι «νόμοι της αγοράς» έχουν ουσιαστικότερη επίδραση σε αποφάσεις και επιλογές των νέων.
Τα πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό, και δεν θα μπορούσε να είναι, αφού και οι δύο αυτές κατευθύνσεις εμπεριέχουν πλήθος αντιφάσεις και ξεπερνούν αντικειμενικά τα όρια μιας πολιτικής κίνησης /απόφασης της όποιας κυβέρνησης. Απαιτούνται ευρύτερες συναινέσεις και στηρίξεις που υπόκεινται και σε αστάθμητους παράγοντες, Αυτό όμως δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δομική αδυναμία του συστήματος στο βαθμό που διασφαλιστεί σε ικανό βαθμό, πράγμα καθόλου αδύνατο) των βασικών δυνάμεων του συστήματος συμπεριλαμβανομένης και της «διανόησης», αφού από όλο και περισσότερες πλευρές γίνεται αποδεκτός ένας ορισμός του προβλήματος που απαλείφει τα ταξικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών μηχανισμών.

Σημερινή τάση όπως εκφράζεται επίσημα
Έχουμε κάποια δείγματα από την πλευρά της κυβέρνησης και ειδικότερα από το Υπουργείο Παιδείας, που σκιαγραφούν κάποιες άμεσες και μεσοπρόθεσμες εξελίξεις στο πνεύμα της ενίσχυσης της ταξικής λειτουργίας με την λιγότερη δυνατή αναγκαία παρέμβαση από την κεντρική εξουσία. Για παράδειγμα επανέρχεται περισσότερο επιτακτικά αυτή την φορά το ζήτημα της αποδέσμευσης Λυκείου- ΑΕΙ. Στην πραγματικότητα (και αυτό βγαίνει από τις τοποθετήσεις του Υπουργείου Παιδείας, πρόκειται για πλήρη και ουσιαστική αποδέσμευση πτυχίων ή όποιων άλλων τίτλων σπουδών από την εργασία! Μέσα από την προσπάθεια ορισμού μίας άλλης διαδικασίας με πολλά στοιχεία σκόπιμης απροσδιοριστίας: Είναι η πιστοποίηση , η οποία θα ανοίγει τον δρόμο για δουλειά ! Είναι ολοφάνερος ο καθοριστικός ρόλος του ταξικού ελέγχου της προώθησης και ανάδειξης στελεχών.
Αν προωθηθούν όλα αυτά με συνέπεια και αποφασιστικότητα από την σημερινή κυβέρνηση γίνεται φανερό πως επηρεάζεται καθοριστικά το σημερινό εκπαιδευτικό τοπίο και σε όλη του την έκτασή.
Με αυτή την έννοια τα ΕΠΑΛ –ΕΠΑΣ που τόσο ασαφώς λειτουργούν και τα όσα προβλήματα παράγουν, πρέπει να εξεταστούν στο φως των νέων εξελίξεων.
Έτσι κι αλλιώς η τεχνική εκπαίδευση απαιτεί μια διεξοδικότερη προσέγγιση για το ρόλο της τόσο γενικά όσο και ειδικότερα σε ότι αφορά την χώρα μας, Εδώ ωστόσο να πούμε πως η τωρινή αλλά και η αμέσως επόμενη περίοδος προσφέρει ένα πεδίο που πρέπει να το αξιοποιήσουμε στην παρέμβασή μας αφού οι συνέπειες για εκπαιδευτικούς και μαθητές αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο
Εκπαιδευτικοί
Ο ρόλος τους αλλά και συνθήκες αξιοποίησης αυτού του ρόλου προς διάφορες κατευθύνσεις είναι το ένα δεδομένο. Από την άλλη οι γενικότερες συνθήκες δουλειάς παράγουν το έδαφος για ανάπτυξη διάφορων αντιδραστικών τάσεων που θα αξιοποιηθούν από το σύστημα. Και τις κυβερνήσεις του. Φυσικά και δεν είναι αναγκαίο να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα στο βαθμό όμως που αναπτυχθεί, και συμβάλουμε και εμείς σε αυτό, ένα στιβαρό και πειστικό μέτωπο αντίστασης σε όλα τα επίπεδα της λειτουργίας μας μέσα και έξω από το σχολείο.
Ωστόσο το βασικό στοιχείο στην κίνησή μας πρέπει να αναζητηθεί στο τομέα όπου και θα δεχτούμε (δεχόμαστε ήδη) τις μεγαλύτερες πιέσεις για να συμμορφωθούμε στον ρόλο μας. Και αυτό το πεδίο είναι οι συνθήκες και οι όροι δουλειάς.
Οι βασικοί άξονες σήμερα όπως μπορούν να δοθούν εδώ περιγραφικά είναι:


· Οικονομικά ζητήματα ( ακρίβεια, αυξήσεις, φόροι, ,
· Εργασιακά : πέρα κτύπημα κεκτημένων, ειδική διάρθρωση του προβλήματος συνθήκες κλπ συνταξιοδοτικό, ασφαλιστικό, ωράρια, ελαστικές σχέσεις.
· Συνθήκες δουλειάς (σε συνάρτηση με τα προηγούμενα), ρόλος υπακοή ( να γιατί ελπιδοφόρα η πρόσφατη αντίδραση) πλαίσιο λειτουργίας, αξιολόγηση……..

Ειδικότερες πλευρές
Η μονιμότητα και το μέλλον τις είναι το επίμαχο ζήτημα που τα τελευταία χρόνια τίθεται με διάφορους τρόπους, και από διάφορες μεριές είτε έμμεσα είτε άμεσα ως πηγή πολλών δεινών για τη λειτουργικότητα του δημόσιου τομέα γενικά και τις εκπαίδευσης γενικότερα. Και είναι ίσως εκείνο το ζήτημα που πιθανά θα κρίνει (ακόμα και αν δεν προχωρήσει σε πλήρη εφαρμογή) τις εξελίξεις στην κατεύθυνση άρσης πολλών άλλων δικαιωμάτων στον εργασιακό χώρο των εκπαιδευτικών. Σε αυτό άλλωστε το επίπεδο τα τελευταία χρόνια έγιναν ( και συνεχίζουν να γίνονται) τις συγκεκριμένες κινήσεις από την κυβέρνηση και το Υπουργείο Παιδείας στην κατεύθυνση ανατροπής των εργασιακών σχέσεων, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη αντιθέσεων και ανταγωνιστικών σχέσεων στο εσωτερικό του κλάδου. Τέτοιες είναι
- Κατάργηση οργανικών θέσεων( Συμπτύξεις, Κατάργηση ΤΕΕ, )
- το πρόβλημα των υπεράριθμων, που σε κάποιες ειδικότητες είναι εκρηκτικό.
- Οι «ειδικές κατηγορίες» και η χρησιμοποίηση των «πολύτεκνων»


- Οι διαχωρισμοί ειδικοτήτων. Και τα διατάγματα περί αναθέσεων.

Συμπερασματικά τα Εργασιακά ( ωράρια, κενά, υπεράριθμοι, μετακινήσεις, κλπ, είναι ένα μόνιμο και καθημερινό μέτωπο γιατί αφορά ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των συναδέλφων, και παράγουν καθημερινές οξύνσεις και εντάσεις. Είναι σχετικά πολύ πρόσφατες οι δυσμενείς εξελίξεις σε αυτή την κατεύθυνση στο χώρο τις πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με την διεύρυνση –επιμήκυνση του ωραρίου, και η «τροπολογία Ράμα» για την προσχολική αγωγή.]


το ασφαλιστικό και το δημόσιο

Στο πλαίσιο των τακτικών ελιγμών και των αναγκαίων προσαρμογών τις στα δεδομένα που αναδείκνυε η αντιπαράθεση για το ασφαλιστικό, η κυβέρνηση επέλεξε τον διαχωρισμό του δημόσιου τομέα από τα συγκεκριμένα μέτρα που προώθησε με το ψηφισθέν νομοσχέδιο. Η τακτική διάσπασης του μετώπου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είχε κάποια αποτελέσματα και γενικώς ευνόησε στην φάση αυτή τις σχεδιασμούς τις κυβέρνησης
Άλλωστε το γεγονός τις εξαίρεσης του δημοσίου από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν κατέστησε λιγότερο οδυνηρό για τις ΔΥ το κτύπημα. (Σε ότι αφορά τα επικουρικά Ταμεία του Δημοσίου υπάγονται και αυτά τις γενικές διατάξεις που πέρασαν, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση του «νόμου Ρέπα», για τα ο ύψος των μερισμάτων που θα αποδίδουν τις ασφαλισμένους τις).
Μπορεί λοιπόν από μια πρώτη ανάγνωση να βγαίνει ότι ο κύριος και βασικός λόγος τις εξαίρεσης αφορούσε κύρια την τακτική τις διάσπασης του μετώπου και τις μείωσης των αντιδράσεων. Στο ζήτημα αυτό τις ίσως θα πρέπει να υπολογιστούν και άλλα πράγματα.
Και εννοούμε κατ΄ αρχήν την ίδια τη φύση και τον χαρακτήρα συνολικά του δημόσιου τομέα. Ο οποίος τόσο σαν γενικός μηχανισμός του κράτους όσο και σαν επί μέρους τμήματα του, έχουν διαφοροποιημένη σημασία και αξία για το σύστημα.
Τις για παράδειγμα οι εκφρασμένες διαθέσεις τις κυβέρνησης για επέμβαση στο υπάρχον καθεστώς των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο γενικά και τις εκπαιδευτικούς ειδικότερα.
Η πολυπλοκότητα των εργασιακών σχέσεων (ειδικότητες –κατηγοριοποιήσεις – ωρομίσθιοι κλπ) ορίζει πλέον μια νέα σύνθεση του εργασιακού χώρου. Άλλωστε το πολυσχιδές καθεστώς των προσλήψεων διαμορφώνει αντικειμενικά πλέον εντελώς διαφορετικές κατηγορίες . Μπορεί η αύξηση του μέσου όρου ηλικίας του νεοδιορισμένου να συγκρατήθηκε κάπως λόγω ΑΣΕΠ, υπάρχει όμως μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων που ξεκινά μετά τα 40
Οι ανατροπές στα εργασιακά αναπόφευκτα διαμορφώνουν όρους σημαντικών διαφοροποιήσεων και στα ασφαλιστικά – συνταξιοδοτικά, πέρα από το στοιχείο της γενικότερης επίθεσης στα δικαιώματα αυτά.
Αξιολόγηση – προώθηση εφαρμογή
Καλά κάνουμε και την προώθηση της κακόφημης αξιολόγησης δεν την θεωρούμε μια διαδικασία περιθωριοποιημένη. .Είναι και παραμένει πολιτικά στο επίκεντρο των προωθούμενων αντιδραστικών αλλαγών στην εκπαίδευση. Το ξεκίνημα της φετινής σχολικής χρονιάς με την εγκύκλιο για τον προγραμματισμό, ( και άσχετα με την υποχώρηση του Υπουργείου κάτω από την πίεση και την ελπιδοφόρα αντίδραση των εκπαιδευτικών) έδειξε πως δεν δικαιολογείται κανένας εφησυχασμός ή και υπερβολικός τονισμός των «τεχνικών» δυσκολιών που παρατηρούνται στους μηχανισμούς υλοποίησής της και βασικά με τους Διευθυντές των σχολικών μονάδων.
Είναι γεγονός πως ολοένα και περισσότερο ενισχύονται και τροφοδοτούνται ανταγωνιστικές τάσεις στο εσωτερικό του κλάδου. Όχι μόνο αυτές αναφέρονται στην κατηγοριοποίηση των εργασιακών σχέσεων αλλά και σε ατομικές ικανότητες και στα «ιδιαίτερα ατομικά προσόντα». Κυνήγι χαρτιών και τίτλων, πιστοποιήσεις, επιμορφώσεις και πάει λέγοντας.
Διαμορφώνεται μια υλική βάση εφαρμογής για το ξεδίπλωμα των υπαρχόντων αξιολογικών μέσων και μέτρων. Το πιο ανησυχητικό είναι πως όλα μοιάζουν να δουλεύουν στην κατεύθυνση εισαγωγής και εφαρμογής της αξιολόγησης ως μία αδήριτη αναγκαιότητα. Και αν το καλοεξετάσουμε κάπως έτσι θα επιθυμούσε να την εισάγει το υπουργείο. Έχουμε κάνει μια σημαντική δουλειά πάνω σε αυτό θέμα, αλλά που ωστόσο θα χρειαζόταν ένα ξανακοίταγα και ενδεχόμενα κάποιος εμπλουτισμός τις με βάση τις διαγραφόμενες εξελίξεις.



κατάσταση του εκπαιδευτικού του κόσμου: αντιστάσεις- συνδικαλισμός


Από δύο κορυφαίες κεντρικού χαρακτήρα μάχες, οι οποίες δεν έχουν αναδείξει το συνολικό πολιτικό αποτέλεσμα και την πολιτική τους διάσταση. Και σε ότι αφορά την επίδραση τους στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης του κόσμου και των όποιων διαφοροποιήσεων ενδεχομένως έχουν συντελεστεί Για μια τέτοια αποκρυστάλλωση η περίοδος που αναφερόμαστε είναι παρά πολύ σύντομη
· Το μέτωπο της εκπαίδευσης: με την απεργία των δασκάλων και κύρια με τις δυναμικές κινητοποιήσεις νεολαίας, σπουδαστών και φοιτητών και επίκεντρο το άρθρο «16», και την προσπάθεια αναθεώρησής του.
· Το μέτωπο για το ασφαλιστικό: πού εξακολουθεί, πέρα από το γεγονός της γνωστής κατάληξής του, για πολλούς και διάφορους λόγους, να αποτελεί πεδίο και μελλοντικών αντιπαραθέσεων.
Παρά το γεγονός ότι τα μέτωπα καλύπτουν μια διετία, και παρά το φαινομενικά διαφορετικό του περιεχομένου τους, πρέπει να ειδωθούν και να εξεταστούν ως μία ενότητα για δύο βασικούς λόγους.

Από την μια, και σημαντικότερο, έβγαλαν στο προσκήνιο μεγάλες μάζες νεολαίας και εργαζομένων. Ταυτόχρονα έβγαλαν, χωρίς ωστόσο να την εκτονώσουν, μεγάλη και συσσωρευμένη αγανάκτηση του κόσμου. Όμως πολλά πράγματα δεν είναι όπως πριν. Καταρχήν εκείνο που πρέπει να επισημανθεί σε ότι αφορά αυτή την «νίκη» της κυβέρνησης, είναι ότι το πέτυχε αυτό παρά και ενάντια στο λαϊκό αίσθημα και την εκφρασμένη εναντίωση του συνόλου των εργαζομένων. Κατά συνέπεια από την πλευρά του λαϊκού και εργατικού κινήματος που μας ενδιαφέρει και πέρα από τους γενικότερους δυσμενείς όρους στο κίνημα( πολιτικούς, ιδεολογικούς, οργανωτικούς) διαμορφώνεται – και σε αυτό πρέπει να επενδύσουμε πολιτικά– το έδαφος για την ανάπτυξη νέων αντιστάσεων και μαχών

Από την άλλη κατάδειξαν την στάση κομμάτων «αριστεράς», Πρακτικά διαμορφώνουν και τροφοδοτούν διαρκώς ένα κλίμα ηττοπάθειας, ανήμπορου, και ανέφικτου. Φάνηκε το πόσο εμπεδωμένο είναι το «δόγμα» της μη σύγκρουσης από τις δυνάμεις αυτές απέναντι στην κυβέρνηση και γενικότερα το σύστημα. Επιλέγοντας πεδία σύγκρουσης γενικόλογα και για αυτό έξω από το χώρο των πραγματικών αντιθέσεων, με αιτήματα που δεν πιάνουν στην βάση (τα γνωστά κατεβατά με τις ατέλειωτες προτάσεις). Μεταθέτοντας κάθε φορά το πεδίο σύγκρουσης και αντιπαράθεσης, όταν διαβλέπουν (και σωστά το διαβλέπουν) ότι ο στόχος και η αναδειχθείσα αιχμή συγκινεί και πιάνει πλατιές μάζες των εκπαιδευτικών. Τα παραδείγματα για το διάστημα που αναφερόμαστε ( και όχι μόνο) είναι πολλά και χαρακτηριστικά. Αυτά σε ότι αφορά την «υπεύθυνη» αριστερά. Όσο για την λιγότερο υπεύθυνη- έως ανεύθυνη – στάση δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, όπως αυτή αποτυπώνεται στο επίπεδο της ηγετικής της έκφρασης, εκείνο που την χαρακτηρίζει βασικά είναι ο καιροσκοπισμός. Παρά την αγωνιστική διάθεση που χαρακτηρίζει ένα κόσμο που επιζητεί αναφορά και έκφραση από αυτό το κομμάτι, παρατηρούμε συχνά έντονα στοιχεία σύγχυσης και ανασταλτικών τάσεων και πάνω σε κρίσιμα θέματα και κύρια όταν το βασικό ζητούμενο είναι να αναδειχτούν και να περάσουν και να γίνουν αντιληπτά από ένα κόσμο, οι πραγματικές αντιθέσεις πάνω στα ζητήματα που ανοίγονται. Από γενική άποψη, και στην βάση των επιλογών της ηγεσίας τους, τα διάφορα αριστερά σχήματα και παρεμβάσεις θέτουν πρόσθετα εμπόδια σε ότι θα διευκόλυνε και θα βοηθούσε στην σύνδεση ενός κόσμου με την κίνηση και την ανάπτυξη της πάλης. Επιπλέον, συχνά και κατά κάποιο ιδιαίτερο τρόπο, εμφανίζονται να αποτελούν και το «αριστερό» άλλοθι της ΔΕΕ - ΕΣΑΚ.


Συνδικαλισμός και……… κάτι αλλάζει;

Το κλίμα εργασιακής ανασφάλειας, η αίσθηση «κινούμενης άμμου», πάνω σε μια σταθερή σχέση που θεωρούταν μέχρι τώρα η δημοσιοϋπαλληλική σχέση για το παρόν και το άμεσο μέλλον και για όλους τους εκπαιδευτικούς, είναι ποιοτικά μια νέα κατάσταση. Είναι κατ΄ αρχήν ένα αρνητικό κλίμα που το επιτείνει ιδιαίτερα η στάση των ομοσπονδιών ΟΛΜΕ και ΔΟΕ, που με τους δοσμένους συσχετισμούς, πως πρέπει να τις υπολογίζουμε σαν ένα σοβαρό εμπόδιο.
Ωστόσο, και παρά την γενικότερη δυσμενή πολιτικοσυνδικαλιστική κατάσταση, αρχίζουν να εμφανίζονται καταστάσεις όπου η «κάλυψη», για πάρα πολλούς συναδέλφους αποκτά ένα ιδιαίτερο νόημα και αξία. Η αναζήτηση ολοένα και περισσότερων συναδέλφων της συλλογικής στήριξης ακόμα και για επί μέρους ζητήματα ή ακόμα και σε λάθος βάση καμιά φορά, αποτελεί μια τάση που πρέπει να την ενισχύουμε. Άλλωστε αυτό που συμβαίνει (κατ αρχήν ενστικτώδικα) έχει την εξήγησή του: Στην παρούσα φάση, και μάλλον σκόπιμα, η πίεση προς τα κάτω των ζητημάτων που άνοιξαν και ανοίγουν, δεν μεταδίδεται με το ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση προς όλους. Κάποιοι συνάδελφοι την νοιώθουν ασφυκτική ( υπεράριθμοι, τεχνικές και άλλες ειδικότητες, «διάθεση»,κλπ), και κάποιοι (λανθασμένα) θεωρούν εαυτούς στο απυρόβλητο.
Όμως ακόμα και αν εκτιμήσει κανείς πως αυτό αποτελεί μια πάρα πολύ πρώιμη κατάσταση, και ότι κυριαρχούν ακόμα οι λογικές που οδηγούν στην απομάκρυνση από το σωματείο, πρέπει να θεωρούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου και η παραμικρότερη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα μπορεί να δημιουργήσει διαφοροποιήσει ή και να ανατρέψει την σημερινή βαλτωμένη κατάσταση . Τέλος μια γενικότερη όσο και κοινή διαπίστωση αφορά την δεκτικότητα μεγάλης πλέον μερίδας συναδέλφων σε απόψεις και λογικές δράσης και κίνησης έστω και αν ακόμα οι δυνάμεις αδράνειας εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν συνολικά τον συνδικαλιστικό μας χώρο.



ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
Στην βάση όλων αυτών των πραγματικών προβλημάτων που αφορούν το εκπαιδευτικό χώρο, η δική μας στάση, δράση, έκφραση, πρέπει να οριστεί με όσο πιο απλό τρόπο γίνεται μέσα από το σύνθετο των καταστάσεων και των πραγμάτων και όπως τα προσδιορίζει κάθε φορά η πολιτική συγκυρία. Το ζήτημα άπτεται και συνδέεται με ειδικότερες πλευρές της κίνησης και δράσης μας και αφορά πριν απ’ όλα την καθημερινή σχέση και σύνδεση με τον κόσμο της εκπαίδευσης

Εδώ να περιοριστούμε σε αυτό που σε γενικές γραμμές μπορεί να αποτελεί το πραγματικό σημερινό όριο της κίνησής μας: γενικότερης και ειδικότερης.
Σε ότι αφορά λοιπόν κεντρικού και μετωπικού χαρακτήρα κινηματικές αντιπαραθέσεις απέναντι στην κυβέρνηση και το σύστημα και στο βαθμό που αυτές διαμορφώνονται κάτω από τους δοσμένους πολιτικούς όρους και συσχετισμούς, το ζήτημα για μας δεν είναι η προβλεπόμενη- αρκετά καθαρά πολλές φορές – κατάληξή τους αλλά πως αντιλαμβανόμαστε και διαμορφώνουμε εμείς την δικιά παρέμβαση και απαίτηση μέσα σε αυτή την κατάσταση.
Σίγουρα μας είναι εύκολο να καβαλάμε το κύμα που φουσκώνει και να θέλουμε να το τροφοδοτήσουμε με παραπέρα δυναμική,( είναι άλλωστε στοιχείο της άποψης και της λογικής μας ). Ωστόσο το «σπάσιμό» του,(αναπόφευκτο άλλωστε) πρέπει να επαναφέρει τα πράγματα στις κανονικές τους διαστάσεις, χωρίς την αίσθηση της καταστροφής του κόσμου. Συχνά μας ενοχλεί και «τσατίζει», το πόσο εύκολα εγγράφεται μια τέτοια κατάσταση εκεί που δεν της ανήκει, σε αυτούς που την πολέμησαν κρυφά και φανερά. Ωστόσο αυτό δείχνει(πέρα από όλα τα άλλα) και τα σημερινά όρια, τις γενικότερες αντικειμενικές αδυναμίες και δυνατότητες του κινήματος.
.
Η πολιτική παράμετρος στην πάλη μας και όπως αυτή μπορεί και πρέπει να διαμορφώνεται στην βάση των προβλημάτων που ανοίγονται στην εκπαίδευση είναι ένα ισχυρό πλεονέκτημα και πρέπει να αναδεικνύεται πάντα. Στην κλίμακα που πραγματικά κινούμαστε, σε αυτό που μπορεί να αποτυπωθεί σήμερα ως πραγματική μας εμβέλεια, στον περίγυρο που μας αντιστοιχεί και αναλογεί, εκεί βρίσκεται το βάρος της πολιτικής – ιδεολογικής και οργανωτικής προσπάθειας μας. Από εκεί και πέρα το προσδοκούμενο αποτέλεσμα αφορά το βγάλσιμο στην κίνηση όσο το δυνατόν περισσότερου κόσμού.

Τα ζητήματα που είναι ανοιχτά στην εκπαίδευση και τα οποία μπορούμε και τα προσεγγίζουμε με αρκετή ακρίβεια, ορίζουν κατά κάποιο τρόπο τα γενικότερα καθήκοντα πολιτικής αντιπαράθεσης και καθημερινής πάλης,(σε επίπεδο ζύμωσης και προπαγάνδας). Ωστόσο και σε σχέση με την προσπάθεια προώθησης της κοινής δράσης, των κινηματικών διαδικασιών γενικότερα, οι στόχοι πάλης μας πρέπει να ορίζονται κάθε φορά με άξονα την ικανότητα προσδιορισμού της συγκεκριμένης αιχμής του αδύναμου «κρίκου». Και αυτό δεν είναι μια εγκεφαλική λειτουργία, μια θεωρητική σύλληψη, αλλά μια συνεχής διαμόρφωσή μας μέσα στο κόσμο και με τον κόσμο, πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα που τίθενται.
Τα εργασιακά για παράδειγμα αποτελούν ένα ευρύ και σοβαρό ζήτημα που περιέχει πολλές παραμέτρους. Το ότι πολιτικά και σε ένα επίπεδο ζύμωσης και προπαγάνδας μπορούμε να σταθούμε δεν πρέπει να θεωρείται ως το αναλογούν όριο μας. Διότι το πρόβλημα, σε ότι αφορά την κίνηση και δράση ενός κόσμου, προκύπτει από την ανάγκη συγκεκριμενοποίησης της αιχμής του στην δεδομένη στιγμή και το οποίο συμπυκνώνει ένα ευρύτερο σύνολο ζητημάτων .
Τέλος μια εκτίμηση που πρέπει να συζητηθεί και να προσδιοριστεί καλύτερα! Αφορά το ευρύ φάσμα (ποσοτικά και ποιοτικά)των προβλημάτων που απασχολούν και ταλανίζουν ολόκληρο πλέον τον εκπαιδευτικό χώρο, και σε συνδυασμό με την απαίτηση πολλών συναδέλφων να σκύψουν και να γνωρίσουν καλύτερα το πρόβλημα (τους) ανακύπτει η αναγκαιότητα επεξεργασίας ειδικότερων πλευρών της γενικής αυτής επίθεσης στην εκπαίδευση. Αυτού που γενικά λέγεται «εξειδίκευση», αλλά που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η συγκεκριμένη κάθε φορά διαμόρφωση στόχων πάλης. Τα «εξειδικευμένα κείμενα»,(προκηρύξεις, άρθρα, μικρές μπροσούρες, περιοδικό έντυπο), έχουν ενδεχόμενα στην φάση αυτή ιδιαίτερη λειτουργία σε ότι αφορά την συσπείρωση και κίνηση, του κόσμου αν και εφόσον τον παρέχουν εκτός από την εξήγηση της κατάστασης και τον τρόπο και λόγο της ανατροπής της!

Για το κίνημα

Για το συνδικαλιστικό κίνημα

Είναι γεγονός ότι διανύουμε μια ιδιαίτερα κρίσιμη αλλά και ενδιαφέρουσα περίοδο. Μια περίοδο όπου από τη μία γίνεται όλο και πιο πλατιά αποδεκτή η αναγκαιότητα έντονων συλλογικών αγώνων ενώ από την άλλη η πλήρης αφερεγγυότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών υπονομεύει την έκφραση της μαζικής οργής και αγανάκτησης που υπάρχει.

Είναι επίσης γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίστηκαν (και θα συνεχίσουν) από σοβαρούς αγώνες στους εκπαιδευτικούς χώρους. Όλοι αυτοί οι αγώνες αποτελούν έκφραση, φέρουν το αποτύπωμα της μεγάλης κλίμακας επίθεσης του συστήματος σε όλα τα μέτωπα και των αντιθέσεων που αυτή δημιουργεί.
Με δεδομένη, άλλωστε, την ένταση της οικονομικής κρίσης πρέπει να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον φόρτωμά της στις πλάτες των εργαζομένων τόσο στο οικονομικό επίπεδο (λιτότητα – περικοπές) όσο και στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων αλλά και στο επίπεδο των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Για το τελευταίο, αξίζει να αναφέρουμε την απόφαση για χρησιμοποίηση του στρατού σε Ιταλία, ΗΠΑ και Γερμανία για την αντιμετώπιση κοινωνικών εκρήξεων.


Η εργασιακή σχέση στην εκπαίδευση


Θα επαναλάβουμε μερικές από τις θέσεις μας που αποτελούν αναφορά στα χρόνια που πέρασαν από την απόφαση του 2001 και θεωρούμε ότι εμπλουτίστηκαν από τις εμπειρίες που είχαμε.
Την διπλή ιδιότητα του εκπαιδευτικού ως εργαζόμενου και παιδαγωγού.
Θέση που διακρίνει τη δική μας προσέγγιση από τις προσεγγίσεις περί «λειτουργών», κλασική αστικορεφορμιστική θέση της «παλιάς» σχολής αλλά και την προσέγγιση περί «επαγγελματιών» της «νέας» σχολής που εκπροσωπούν οι σημερινές κυρίαρχες πολιτικές της προσαρμογής της εκπαίδευσης στις ανάγκες του κεφαλαίου.
Την πρόταξη της ιδιότητας του εργαζόμενου στην πάλη που διεξάγουμε.
Όμως (προσοχή εδώ) η παράλληλη ιδιότητα του εκπαιδευτικού ως παιδαγωγού του συστήματος αποτελεί την ιδιοτυπία της εργασιακής σχέσης του εκπαιδευτικού γιατί ακριβώς αυτή είναι που τον κάνει να σχετίζεται με τα παιδιά του λαού και των εργαζόμενων, την νεολαία και τους μικρούς μαθητές (πχ νέα βιβλία, ταξικοί φραγμοί, συνθήκες σπουδών, ιδεολογική πειθάρχηση).
Με αυτή την έννοια, όταν προτάσσεται η ιδιότητα του εργαζόμενου η πρόταξη αυτή δεν μπορεί να πάρει απλά τον χαρακτήρα που έχει η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και των εργασιακών δικαιωμάτων σε οποιοδήποτε άλλο εργασιακό χώρο ακόμα και στους όμορους εργασιακούς χώρους της υγείας ή της κοινής ωφέλειας.
Κι αυτό για τον εξής λόγο: Σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη για τα πράγματα το… μισό της επίθεσης που ξετυλίγεται στον κλάδο, έχει στόχο τους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί είναι ο άμεσος ιμάντας μεταβίβασης της κρατικής πολιτικής στην εκπαίδευση, είναι δηλαδή ο άμεσος φορέας περάσματος των μέτρων ενάντια στη μαθητική νεολαία. Το «σπάσιμο», η διάλυση του κινήματος, η εξατομίκευση και η εμπέδωση κλίματος ήττας και υποταγής στους εκπαιδευτικούς είναι απαραίτητοι όροι για το πιο αποτελεσματικό πέρασμα της υλικής αλλά και ιδεολογικής επίθεσης στα δικαιώματα των μαθητών.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια εξ αντικειμένου «κοινή πολιτική βάση» με τις μαθητικές διεκδικήσεις και πρέπει να προβάλλεται ως επιπλέον στοιχείο «ευθύνης» του κινήματός μας απέναντι στον εργαζόμενο λαό και τα παιδιά του.

Γι αυτό και σωστά τοποθετήθηκε στο επίκεντρο της πάλης που διεξάγουμε (ή καλύτερα καλούμε να διεξαχθεί και διεξάγουμε όπου και όσο μπορούμε) ο αγώνας ενάντια στον έλεγχο του εκπαιδευτικού σώματος, δηλαδή στην χειραγώγηση και την πειθάρχηση του εκπαιδευτικού.
Ακόμα… ορθότερα, πολύ καλά κάνουμε και καλούμε για την υπεράσπιση των ελευθεριών έκφρασης και δράσης στα σχολεία.
Αυτό διακρίνει την προσέγγισή μας από τις «εκπαιδευτικοκεντρικές» (δικός μας νεολογισμός που βλέπουμε να τον χρησιμοποιούν και άλλοι) προσεγγίσεις που δίνουν αυτονομία στον παιδαγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού.

Σωστά αντιπαραθέσαμε στο κενό περιεχομένου έως αντιδραστικό σύνθημα της «παιδαγωγικής αυτονομίας» την πάλη για τις ελευθερίες και τούτο δεν αποτελεί έναν ακόμη βυζαντινισμό της ιδεολογικής αντιπαράθεσης των σχημάτων της αριστεράς στο χώρο της εκπαίδευσης αλλά θέση με πρακτικό αντίκρισμα.
Για αυτό και όταν ασχολούμαστε με την «παιδαγωγική» πλευρά, αυτή μας η ενασχόληση εύκολα υποτάσσεται στον πολιτικό αγώνα που διεξάγουμε.
Γι αυτό και ο λόγος μας μπορεί να στερείται στοιχείων και επεξεργασίας (φυσικά και δεν αναζητούμε άλλοθι, πάσχουμε στον τομέα αυτό) αλλά παρόλα αυτά είναι μεστός, εύστοχος και προκαλεί το ενδιαφέρον (πχ η ενδιαφέρουσα δουλειά των συντροφισσών για τα νέα βιβλία , όπου τη διαδώσαμε έστω και με τον ερασιτεχνικό τρόπο, χωρίς δηλαδή το Δελτίο, έκανε εντύπωση).

Συνεχίζοντας στον παραπάνω καμβά, ο χώρος ζύμωσης και συζήτησης για μια τέτοια άποψη και προσέγγιση δεν μπορεί παρά να είναι οι χώροι δουλειάς, πολύ απλά τα σχολεία. Και με βασικό στόχο τη «μεταφορά» της συζήτησης αυτής στο σωματείο και, άρα, τη μετατροπή της σε συλλογικό αγώνα.
Θεωρούμε, δηλαδή, τους συλλόγους διδασκόντων ένα μόνο κομμάτι αυτής της δουλειάς και παρέμβασης κάθε άλλο παρά προνομιακό, αφού αποτελεί μέρος της διοικητικής μηχανής (είναι άλλο πράγμα η στάση μας εκεί μέσα και το πόσο θα τους χρησιμοποιήσουμε).
Στα χρόνια που πέρασαν, η διάσταση της δικής μας προσέγγισης με εκείνης των συνδικαλιστικών ηγεσιών ακριβώς στο ζήτημα αυτό πήρε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (ευέλικτη ζώνη, «αναπλήρωση» κλπ). Δεν εννοούμε, ασφαλώς, ότι δε χρησιμοποιούμε την παρέμβαση στους συλλόγους διδασκόντων για να προβάλουμε συνδικαλιστικές απόψεις, για να συζητήσουμε με τους συναδέλφους, για να αντιμετωπίσουμε κρούσματα διευθυντικών αυθαιρεσιών ή και για να μπλοκάρουμε την εφαρμογή αντιδραστικών κυβερνητικών μέτρων. Αλλά για μας, η παρέμβαση στους συλλόγους διδασκόντων έχει συγκεκριμένα όρια (που καθορίζονται από την ίδια τη φύση τους να ρυθμίζουν την «εύρυθμη λειτουργία του σχολείου») και με κανένα τρόπο δεν υποκαθιστά την ανάγκη ανασυγκρότησης του συνδικαλισμού, του σωματείου δηλαδή.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι κατακτήσεις μας στο επίπεδο του σχολείου είναι αντανάκλαση ενός παλιότερου συσχετισμού και των αγώνων που έχουν γίνει όλα τα χρόνια απ’ την μεταπολίτευση και μετά τόσο για τα ιδιαίτερα ζητήματα του κλάδου όσο και γενικότερα. Απεργίες διάρκειας, νεολαιϊστικα κινήματα, αντιπολεμικά – αντιϊμπεριαλιστικά κινήματα κλπ. Χωρίς να υποτιμάμε την προσωπική στάση –ίσα ίσα, το αντίθετο- η κατάσταση που θα επικρατήσει μαζικά στα σχολεία (πειθάρχηση-εντατικοποίηση ή όχι) θα κριθεί κύρια από τους γενικότερους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν με βάση την απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων. Με λίγα λόγια κάποια σχολεία μπορεί να είναι παράδειγμα, όμως η επίδραση στο κλίμα και τους όρους δουλειάς των υπόλοιπων σχολείων θα κριθεί σε συνδικαλιστικό επίπεδο.
Συνεπώς παρεμβαίνουμε καθημερινά σε κάθε σχολείο για να συζητήσουμε και για να υπερασπίσουμε μαχητικά τα εργασιακά μας δικαιώματα τόσο απέναντι στην χειραγώγηση του εκπαιδευτικού όσο και στην εργασιακή του υποβάθμιση (που το θεωρούμε ένα και το αυτό). Και προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την παρέμβαση αυτή για να εξυπηρετηθεί ο κρίσιμος στόχος, αυτός της πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η παρέμβασή μας είναι μια παρέμβαση επίσης ενάντια στις άθλιες συνθήκες δουλειάς και σπουδών (ταυτίζονται τα δύο) που όλο και χειροτερεύουν στα σχολεία σα συνέπεια των περικοπών και του φορτώματος της κρίσης στις πλάτες των γονιών-εργαζομένων, εκπαιδευτικών, νεολαίας-μαθητών.
Όμως (και εδώ θέλει προσοχή) το κίνημα των εκπαιδευτικών αν και θα επιδιώξει τη συμπαράταξη και τις κοινωνικές συμμαχίες με γονείς-εργαζόμενους και νεολαία-μαθητές δεν θα δώσει αυτή τη μάχη εγκαταλείποντας το κύριο πεδίο της δικής του παρέμβασης, δηλαδή τα σχολεία και τα πρωτοβάθμια εργασιακά σωματεία.
Ούτε πάλι μπορεί να υποκαταστήσει τα κοινωνικά υποκείμενα των εργαζόμενων πολιτών ή των μαθητών στους δικούς τους αγώνες (που φυσικά το αφορούν και εν πολλοίς είναι και δικοί του αγώνες).
Ούτε πάλι θα βάλει «στο ζύγι» τα εργασιακά του δικαιώματα και τις κοινωνικές ανάγκες γονιών-μαθητών από την άλλη (ολοήμερο, διευρυμένο ωράριο νηπιαγωγών κλπ). Είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Δεν πρέπει να περάσει η λογική του «υπόλογου» απέναντι στους «χρήστες υπηρεσιών» που προωθεί η κυρίαρχη γραμμή και πολλές φορές συναντάμε την αριστερή παραλλαγή της.
Αυτόν τον «κοινωνικό αυτοματισμό» πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε. Πρόκειται για ένα νέο στοιχείο της κατάστασης στα σχολεία που δεν το αντιμετωπίζαμε παλιότερα.
Το σημειώνουμε αυτό γιατί πολλές φορές οι κοινωνικές συμμαχίες χρησιμοποιήθηκαν ως άλλοθι για να μην κάνει το κίνημα ότι όφειλε να κάνει πρώτα-πρώτα στον εργασιακό του χώρο δηλαδή λειτούργησαν σα φυγή προς τα μπρος (π χ η «Πρωτοβουλία νηπιαγωγών» στη Αθήνα, ή το πώς δόθηκαν –ή… δε δόθηκαν- απαντήσεις στο ζήτημα των κενών και των συμπτύξεων τμημάτων, υπερωριών κλπ).

Το κίνημα των εκπαιδευτικών είναι πρωτίστως ένα συνδικαλιστικό κίνημα και όχι κίνημα κοινωνικής παρέμβασης.
Άλλο θέμα είναι η επιδίωξη οικοδόμησης του πανεκπαιδευτικού μετώπου τόσο σε κεντρικότερα όσο και σε λιγότερο κεντρικά και περισσότερο τοπικά ζητήματα (στεγαστικό, κεραίες, πυλώνες κλπ).
Το εκπαιδευτικό κίνημα είναι ένα κίνημα εργαζομένων στην εκπαίδευση ταγμένο όχι να «προτείνει λύσεις» στην κυβέρνηση ή στη διοίκηση γενικότερα αλλά να προωθεί πριν απ` όλα και πάνω απ` όλα τα δίκαια αιτήματα του (πχ η αντιμετώπιση των κενών, το στεγαστικό ζήτημα και άλλα ζητήματα που γεννά η πολιτική των περικοπών κλπ).
Στην πραγματικότητα υπάρχει ένα πολύ ευρύ πεδίο παρέμβασης όπου το εκπαιδευτικό κίνημα μπορεί να έχει ακόμα λόγο και τρόπο να δηλώνει την παρουσία του με την προϋπόθεση πως δεν θα λειτουργεί στη λογική των «υπεύθυνων» θεσμικών λύσεων δηλαδή ως «συνομιλητής» της διοίκησης.
Κατά τα άλλα το κίνημα των εκπαιδευτικών αγωνίζεται για όλο το «πακέτο» αιτημάτων και διεκδικήσεων που αγωνίζονται και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες και τις συγκεκριμένες κατακτήσεις του κλάδου (μισθολογικά, ασφαλιστικό, περίθαλψη κλπ).


Η σημερινή εικόνα των μαζικών χώρων

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του εκπαιδευτικού κλάδου είναι η ενιαία εικόνα που παρουσιάζει και που κάνει τη παρέμβαση σε αυτόν να έχει κάποια «φοιτητικά χαρακτηριστικά» αν μπορούσαμε να το πούμε έτσι.
Φυσικά αυτό το «ενιαίο» βρίσκεται στο στόχαστρο της επίθεσης του συστήματος και πρόκειται να απειληθεί στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον («αποκέντρωση», τοπικά προγράμματα, «πολλαπλό» βιβλίο κλπ) Η επίθεση αυτή για λόγους κοινωνικούς και ιστορικούς (και φυσικά εξαιτίας και της παρουσίας του κινήματος) δεν είναι εύκολο να επεκταθεί και να επιβληθεί. (κάτι τέτοιο καθόλου δεν σημαίνει πως δεν θα επιχειρηθεί όταν κριθεί πως μπορούν να το επιχειρήσουν).
Μια άλλη θετική ιδιαιτερότητα των εκπαιδευτικών μαζικών χώρων είναι ότι απολαμβάνουν μια εργασιακή και συνδικαλιστική δημοκρατία που πλέον αποτελεί δυσεύρετο είδος σε άλλους εργασιακούς χώρους του δημόσιου και πολύ περισσότερο στον ιδιωτικό τομέα. Και σ` αυτό το σημείο όμως κάθε άλλο παρά μπορεί να επαναπαύεται κανείς αφού η κακόφημη αξιολόγηση συνοδεύεται από τον περιορισμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών τόσο έμμεσα όσο και άμεσα (ήδη το προανάκρουσμα αυτής της επίθεσης γίνεται ορατό μέσα από κρούσματα απανωτών αυταρχισμών).
Θα προσθέταμε ακόμα ότι οι εκπαιδευτικοί εργασιακοί χώροι γίνονται υποδοχείς του πλεονάσματος (ή του ελλείμματος) της κατάστασης στο Πανεπιστήμιο και στο φοιτητικό κίνημα.
Κάτι τέτοιο ήταν έκδηλο με την πρώτη (περισσότερο) και τη δεύτερη (λιγότερο) γενιά της μεταπολίτευσης και στους αγώνες εκείνων των περιόδων, σε συνδυασμό πάντα με το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα.

Είναι πάντως γεγονός ότι από τα Πανεπιστήμια θα «ξεβράζεται» ριζοσπαστισμός στους εργασιακούς χώρους της εκπαίδευσης καθώς η εξέγερση της νεολαίας θα βάλει και σε τούτο το σημείο την σφραγίδα της στους νέους συναδέλφους που έρχονται προετοιμασμένοι ν` αγωνιστούν. Όπως βέβαια θα φέρουν και τα αδιέξοδά τους, τα μηδενικά δικαιώματα, την προετοιμασία στην εξαθλίωση (που είναι κακός σύμβουλος για το κίνημα και δεν οδηγεί μαθηματικά στην εξέγερση), την άγνοια των διαδικασιών.
Το τι θα κυριαρχήσει δεν είναι αποτέλεσμα κοινωνιολογικής ανάλυσης περί γενεών αλλά εξαρτάται από την πόσο η συσσωρευμένη αυτή αγανάκτηση θα βρει έκφραση.

Ποια είναι η εικόνα των οργάνων και των συνδικαλιστικών χώρων του κλάδου; Σε μια πρώτη ανάγνωση απογοητευτική, σε μια δεύτερη όμως ανάγνωση, ενδιαφέρουσα και αντιφατική:

Ψ Διάλυση των συνδικαλιστικών διαδικασιών. Οι Γενικές Συνελεύσεις απλά δε γίνονται, σπάνια έχουν απαρτία. Τα όργανα ΔΣ πολλές φορές δεν συνεδριάζουν είτε συνεδριάζουν σπάνια και διεκπεραιωτικά. Η επαφή των «συνδικαλιστών» έχει αφεθεί στις νέες τεχνολογίες και ο κόσμος βλέπει το…παράξενο είδος του συνδικαλιστή δια ζώσης, μόνο την προεκλογική περίοδο (καμιά φορά ούτε τότε).
Ψ Έχουν ατονήσει και οι πολιτικές διαδικασίες. Για πρώτη φορά εκδηλώνεται σε τέτοια έκταση η αντίφαση ανάμεσα στην εκλογική αύξηση των διάφορων σχημάτων της αριστεράς και στην οργανωτική αποδυνάμωση του χώρου. Το κινητοποιήσιμο δυναμικό είναι από κάθε άλλη εποχή μικρότερο.
Ψ Από την άλλη η τάση αποδέσμευσης του κόσμου από τις κυρίαρχες πολιτικές εκφράζεται και στην εκπαίδευση. Αυξάνεται αρχικά το «ακροατήριο» και στην πορεία η διαθεσιμότητα των συναδέλφων να αγωνιστούν ειδικά για θέματα αιχμής όπως έδειξαν οι δύο πρωτοβουλίες νηπιαγωγών στη Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό, επίσης, δείγμα των πραγματικών διαθέσεων ήταν η στάση των καθηγητών απέναντι στην εγκύκλιο «προγραμματισμού» του ΥΠΕΠΘ. Η μαζική τους απροθυμία να «στοιχιστούν» ανάγκασε και τις παρατάξεις και την ΟΛΜΕ να αλλάξουν την αρχική τους στάση και να τοποθετηθούν πιο καθαρά ενάντια στην εγκύκλιο.
Ψ Πέρα όμως από τη διαθεσιμότητα, δειλά στην αρχή (πιστεύουμε πολύ πιο έντονα στη συνέχεια - όσο η επίθεση θα ξετυλίγεται) παρατηρείται και ένα άλλο «φαινόμενο»: Τα μέλη των συλλόγων και των ΕΛΜΕ μπορεί να μην πατάνε στις συνελεύσεις, όμως αυξάνεται η… ζήτηση για συλλογική κάλυψη και η αναζήτηση των συλλογικών οργάνων για μια σειρά ζητήματα που δημιουργούνται από τη διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση στα σχολεία.
Ψ Ο κόσμος έχει ήδη να ψάχνει τους συλλόγους. Μάλιστα κάτω από αυτόν τον μαύρο συσχετισμό και μέσα στο καθεστώς της διάλυσης των μαζικών διαδικασιών παρουσιάστηκαν αρκετές περιπτώσεις σε σχολεία και εκπαιδευτικές περιφέρειες που με την πίεση του κόσμου και με στοιχειώδη λειτουργία των οργάνων, επιτεύχθηκαν νίκες. Μικρές αλλά με αξία.
Ψ Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι επειδή δεν υπάρχει πολιτικός φορέας που να θέλει ή να μπορεί να εκφράσει την οργή του κόσμου και να την οδηγήσει σε αγωνιστική κατεύθυνση, οι πραγματικές διαθέσεις του κόσμου εκφράζονται με ένα «βουβό» τρόπο. Ας θυμηθούμε την απαισιοδοξία που υπήρχε τις δυο πρώτες μέρες της πολυήμερης απεργίας των δασκάλων που κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες απεργίες των τελευταίων χρόνων και «εγκλώβισε» σε μεγάλο βαθμό τις συνδικαλιστικές ηγεσίες.
Ψ Να προσθέσουμε ακόμη πως ο χώρος της εκπαίδευσης είναι από τη μοίρα του «ταγμένος» να βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλων αναταράξεων και έχει ειδικό βάρος στην συγκεκριμένη ελληνική κοινωνία (η «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» αποτελεί υψηλή προτεραιότητα του συστήματος).
Ψ Αυτό όχι μόνο για ιστορικούς λόγους. Στην Ελλάδα, συγκεκριμένα, η ιδιαίτερη φύση της οικονομίας η ανυπαρξία σοβαρής παραγωγικής βάσης αλλά και τα όρια που επιβάλλουν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα που έχουν «λόγο» στη χώρα καθορίζουν και το πολύ περιορισμένο πλαίσιο του συστήματος στη δυνατότητα να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα εκπαιδευτικά πλάνα αλλά και να εξασφαλίζει στοιχειώδη συναίνεση στην επίθεση που εξαπολύεται (και) στην εκπαίδευση.


Η δυνατότητα νικηφόρων αγώνων και οι αλλαγή των συσχετισμών

Κάτω από το βάρος της καταιγιστικής επίθεσης του συστήματος αλλά και των δυσκολιών που συναντά το κίνημα (όχι μόνο στους χώρους της εκπαίδευσης) έχει σχεδόν παγιωθεί σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου μια λογική ηττοπάθειας και ματαιότητας σε σχέση με τη δυνατότητα ανάπτυξης νικηφόρων αγώνων. Μια λογική παραλυτική όχι μόνο για το πλατύ δυναμικό των ανένταχτων συναδέλφων αλλά και για παρατάξεις που υποτίθεται πίνουν νερό στο όνομα του κινήματος και των αγώνων.
Κάποιοι, μάλιστα, μεταθέτουν τη δυνατότητα νίκης σε ένα (απροσδιόριστο) μέλλον όπου «θα έχουν αλλάξει οι συσχετισμοί», αλλά μέχρι τότε, τι; Η άποψη αυτή είναι στην ουσία της μεταφυσική για τον απλό λόγο ότι οι συσχετισμοί δεν αλλάζουν από την επίκληση της αναγκαιότητας αυτής. Αλλάζουν –από και μέσα- στους αγώνες, εκεί που πραγματικά εξελίσσεται όχι ή… ζύμωση και προπαγάνδα αλλά η ταξική πάλη. Το εντυπωσιακά αντιφατικό είναι ότι οι ίδιες αυτές απόψεις που δεν πιστεύουν στις δυνατότητες του κινήματος κατά τα άλλα πλειοδοτούν σε βιασύνες… αντεπιθέσεων και σε υποτίμηση της αναγκαιότητας αντίστασης στην επίθεση του αντιπάλου.

Για μας είναι καθαρό… Χωρίς να υποτιμάμε τις δυσκολίες, χωρίς να βιαζόμαστε, χωρίς να υποτιμάμε την ωμότητα και τους μηχανισμούς του συστήματος, λέμε καθαρά: ΝΑΙ, μπορούν ΣΗΜΕΡΑ, σε αυτούς τους δυσμενείς συσχετισμούς να υπάρξουν νικηφόροι αγώνες σε μικρά και μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου που πλήττεται από την επίθεση. ΜΕΣΑ σε αυτούς τους αγώνες μαθαίνει ο κόσμος που αγωνίζεται, μαθαίνουμε και εμείς για να βρεθούμε όλοι σε θέση μεγαλύτερης πολιτικής ωριμότητας την επόμενη μέρα.
Αλλωστε, το άγχος του συστήματος να διαμορφώσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο –στην ουσία να βγάζει εκτός νόμου- όποιον αντιστέκεται, δείχνει ότι αυτό φοβάται πολύ περισσότερο απ’ όσο θέλει να δείχνει. Η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση που ουσιαστικά επιβάλλει στα δικαστήρια να βγάζει τις απεργίες (για τις οποίες έχουν γίνει προσφυγές) παράνομες και καταχρηστικές είναι ενδεικτική. Το ίδιο ενδεικτική είναι και η καταδίκη συνδικαλιστή σε 10 (!) μήνες φυλάκιση επειδή μοίραζε προκήρυξη όπου καταγγέλλονταν οι συνθήκες δουλειάς σε φροντιστήριο και μια απόλυση εργαζομένου.

Στόχοι – κατευθύνσεις


Ενάντια στη λιτότητα: Η αναγκαιότητα κινήματος για πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις ενάντια σε λογικές επαιτείας – επιδομάτων κλπ
Για την υπεράσπιση των κατακτήσεων στην ασφάλιση και την περίθαλψη: Ενάντια σε όλους τους αντιασφαλιστικούς νόμους και στη λογική της «ανταποδοτικότητας» των ταμείων. Υπερασπιζόμενοι τη διεκδίκηση «ασφάλιση – περίθαλψη για όλο το λαό».
Για την υπεράσπιση των ελευθεριών στα σχολεία: Ενάντια στην αξιολόγηση – χειραγώγηση και σε όλες τις εγκυκλίους ελέγχου των εκπαιδευτικών. Στο ζήτημα αυτό πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βάση στο ρόλο των σχολικών συμβούλων. Στο ζήτημα αυτό αποδεικνύεται και η ορθότητα της θέσης μας ότι θα ήταν ένας από τους βασικούς διαύλους εφαρμογής μέτρων αξιολόγησης και ελέγχου.
Ενάντια στην ανεργία - εργασιακή ανασφάλεια: Με βασική λογική ότι «δε θα πληρώσουμε τις συνέπειες της πολιτικής τους» υποστηρίζουμε σταθερά το αίτημα για «μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους»
Για την υπεράσπιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών: Στην κατηγορία αυτή ανήκει ένα σύνολο ζητημάτων. Από την αντίθεση στα ΣΔΙΤ, στη βάση του 10, στα νέα αναλυτικά προγράμματα, την κατάργηση επαγγελματικών δικαιωμάτων των μαθητών των ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ, τα μέτρα ιδιωτικοποιήσεων, τη δημιουργία ενός πολυπλόκαμου μηχανισμού «πτυχίων»-επιμορφώσεων-πιστοποιήσεων εντός και εκτός του ΥΠΕΠΘ, την ένταση της κατηγοριοποίησης σχολείων και εκπαιδευτικών.

Πως προχωράμε;

1. Το πεδίο της παρέμβασής μας δεν μπορεί να είναι άλλο από τα ζητήματα – προκλήσεις – αναγκαιότητες που θέτει η ίδια η πραγματικότητα, η επίθεση του συστήματος και η ταξική πάλη. Ισως αυτό να είναι ευνόητο, αλλά είναι –δυστυχώς- αναγκαίο να επισημανθεί καθώς, την περίοδο που διανύουμε, διάφορες εκδοχές που αναφέρονται στην αριστερά επιλέγουν την «αναχώρηση» από τα πραγματικά προβλήματα σε κάποιες θεωρητικές (υποτίθεται… οραματικές) σφαίρες. Θα θυμίσουμε εδώ τη γνωστή φράση ότι μια μέρα αγώνων αξίζει περισσότερο από μια χούφτα προγράμματα.
2. Η αντίθεση σε λογικές ανάθεσης, υποταγής στις ηγεσίες των ΔΟΕ-ΟΛΜΕ και εκλογομανίας πρέπει να μην είναι (και ευτυχώς μέχρι τώρα δεν είναι) μόνο ευχολόγιο. Πρέπει με έμπρακτο τρόπο να συνεχίσουμε να διευκολύνουμε την πλατιά συμμετοχή εκπαιδευτικών σε επιτροπές αγώνα και σε ό,τι μορφές κρίνουμε ότι εξυπηρετούν το σκοπό αυτό. Ακόμα και αν άλλες δυνάμεις δε συνεπικουρούν ή ακόμα και σαμποτάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες, εμείς πρέπει να επιμείνουμε στην πλατιά απεύθυνση στους εκπαιδευτικούς – ακόμα και αν είμαστε μόνοι μας.
3. Παρά τις δυσκολίες που συναντάμε στις προσπάθειές μας να δράσουμε από κοινού με άλλους, πρέπει να επιμείνουμε στο δίπολο ενότητα και πάλη ή, αλλιώς, κοινή δράση – ανέβασμα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
4. Οι δυνάμεις που συσπειρώνουν οι Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών μπορεί να μην είναι μεγάλες αλλά δεν είναι και αμελητέες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτές οι δυνάμεις συνέβαλαν (και πατώντας ασφαλώς στις διαθέσεις του κόσμου) στο –σε μεγάλο βαθμό για την ώρα- μπλοκάρισμα του προγραμματισμού στη Β’Βάθμια, όταν η ΟΛΜΕ έβρισκε ότι αυτός κινείται σε… θετική κατεύθυνση. Αντίστοιχα θετικά αποτελέσματα (σε ζητήματα που αναδείξαμε εμείς) υπήρξαν στην Πρωτοβάθμια στη Θεσσαλονίκη, στη Δευτεροβάθμια σε Χανιά, Πειραιά και Σάμο.
5. Με βάση τα παραπάνω, οι πρωτοβουλίες που παίρνουμε δεν πρέπει να «βαραίνουν» από το δυσμενή συσχετισμό, αλλά αντίθετα να παίρνουν ώθηση από τις πραγματικές ανάγκες αλλά και δυνατότητες.
6. Σε κάθε περίπτωση, ένα βασικό ζήτημα της φυσιογνωμίας μας (που –δυστυχώς- μας διαχωρίζει από όλους τους άλλους) είναι η αδιαπραγμάτευτη εμπιστοσύνη που διαθέτουμε στον κόσμο που αγωνίζεται, στο κίνημα δηλαδή. Το στοιχείο αυτό φέρνει ως φυσική συνέπεια:
Ψ τη στήριξη πρωτοβουλιών βάσης –πέρα από την αιχμαλωσία των αρνητικών συσχετισμών στα συνδικαλιστικά όργανα-,
Ψ την αποχή από τα όργανα συνδιοίκησης,
Ψ την «άνεση» που νιώθουμε σε μαζικές κινητοποιήσεις (και ας είμαστε μια μικρή μειοψηφία σε αυτές),
Ψ την αντίληψη που έχουμε ότι τα συνδικαλιστικά σχήματα υπάρχουν για να υπηρετούν το κίνημα και τις ανάγκες των εργαζομένων και όχι το αντίθετο.


Αντί επιλόγου

Το σίγουρο είναι ότι η περίοδος εγκυμονεί εντατικά. Εγκυμονεί κινδύνους αλλά και δυνατότητες. Βαρύ κλίμα αλλά και ανατροπές. Στην περίοδο αυτή όποιος συνεχίζει να ανησυχεί, όποιος συνεχίζει να έχει εμπιστοσύνη στον αγώνα, όποιος προσέχει κάθε στιγμή να είναι σε αυτή την «πλευρά της όχθης», όποιος έχει τα μάτια και τα αυτιά του ανοιχτά να ανιχνεύσει τις διεργασίες που γίνονται –ίσως «βουβά»- στην κοινωνία και στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όποιος τα κάνει αυτά, θα μπορέσει να έχει τη δική του συμβολή στην υπόθεση της δουλειάς, των δικαιωμάτων της ίδιας της ζωής των εργαζομένων – ενάντια στην κλιμακούμενη βαρβαρότητα της εποχής μας.

Παράρτημα για τις αλλαγές στην προσχολική αγωγή (για τη σύσκεψη Αγωνιστικών Κινήσεων Εκπαιδευτικών).

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ και ΤΑ ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τα τελευταία χρόνια «διεξάγονταν» μια, ας το πούμε, συζήτηση στην προσχολική αγωγή σχετικά με το ζήτημα των αναλυτικών προγραμμάτων και των μεθόδων διδασκαλίας στα νηπιαγωγεία.
Το κλίμα και οι όροι λειτουργίας του νηπιαγωγείου, ως ιδιαίτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης (μέχρι τώρα) αλλά και η καθυστέρηση στην κλιμάκωση της επίθεσης στην εκπαίδευση γενικότερα (αξιολόγηση κλπ) επέτρεπαν να έχει αυτόν τον χαρακτήρα. Αν και οι «φιλότιμες» προσπάθειες σχολικών συμβούλων για μια πειθαρχημένη εφαρμογή του λεγόμενου «νέου νηπιαγωγείου» ποτέ δεν έλειπαν, πιλοτικά ή μη.
Στη συζήτηση που κατά βάση συμμετείχαν (και την διεξήγαγαν) οι πανεπιστημιακοί τοποθετούνταν κάποιοι συνάδελφοι, θα λέγαμε προοδευτικών κατευθύνσεων σε συναντήσεις με σχολικούς συμβούλους κλπ, οι λίγοι που τότε είχαν εμπλακεί σε μετεκπαιδεύσεις, μεταπτυχιακά κλπ ενώ ο υπόλοιπος…κλάδος των νηπιαγωγών… παρακολουθούσε. Κριτικαρίστηκε σε μεγάλο βαθμό το μέχρι την εφαρμογή του ΔΕΠΣ αναλυτικό πρόγραμμα και είναι χαρακτηριστικό ότι σε μεγάλο βαθμό οι συναδέλφισσες-συνάδελφοι που είχαν ασκήσει αυτή την κριτική είναι οι ίδιοι \ίδιες που πρωτοστατούν σήμερα στην κριτική του οδηγού της\ του νηπιαγωγού.
«Αυτό» που οι συνάδελφοι των υπόλοιπων βαθμίδων γνώρισαν στα γρήγορα και με αφορμή είτε την ευέλικτη ζώνη είτε τα νέα βιβλία (στα χρονικά πλαίσια ενός έτους ίσως και μικρότερου) οι νηπιαγωγοί ήδη είχαν έρθει σε επαφή μαζί «του» εδώ και μια πενταετία περίπου.
Τα γράφουμε όλα αυτά για να εξηγήσουμε το κλίμα μέσα στο οποίο προωθήθηκε το νέο ΔΕΠΣ και ο οδηγός της νηπιαγωγού και πως σχολικοί σύμβουλοι και ΥΠΕΠΘ στήριξαν (και καλλιέργησαν) την υποτιθέμενη αντίθεση «παλιού» και «νέου» νηπιαγωγείου, «νεωτεριστή» και «παραδοσιακού» νηπιαγωγού. Τίποτε δηλαδή παραπάνω από αυτό που θέλει να παρουσιάσει ως βασική αντίθεση της εκπαίδευσης η κυρίαρχη πολιτική, χρόνια τώρα, στα σχολεία (και όχι μόνο).
Η χαλαρότητα όμως που «απολάμβανε» μέχρι τώρα ο χώρος της προσχολικής αγωγής σε συνδυασμό με ότι πολλές/ πολλοί συνάδελφοι είδαν την εφαρμογή του διαθεματικού ως μια προσπάθεια…αναβάθμισης του επαγγελματικού ρόλου του νηπιαγωγού (και φυσικά κάτι τέτοιο το επικαλούνταν ΥΠΕΠΘ και σχολικοί σύμβουλοι) εξηγεί την αμηχανία και την αρχική χλιαρή αποδοχή των νέων προγραμμάτων. Όπως υποστηρίζεται παρακάτω το ίδιο σκηνικό με την αναβάθμιση του επαγγέλματος της/ του νηπιαγωγού είχε επαναληφτεί και με την εισαγωγή του αναλυτικού προγράμματος του 1989.
Ήταν εξ` άλλου λογικό ότι το νηπιαγωγείο, έτσι και αλλιώς, ακολουθώντας την άνοδο του γενικού κοινωνικού μορφωτικού επιπέδου θα έδινε περισσότερα στοιχεία εκπαίδευσης απ` ότι παλιότερα. Όπως επίσης είναι αλήθεια ότι πολλοί νηπιαγωγοί, μετά την παταγώδη (και επισήμως ομολογημένη) αποτυχία εισαγωγής βιβλιομαθημάτων στο νηπιαγωγείο την δεκαετία του `90, διεκδικούσαν ένα οδηγό προσχολικής αγωγής όπως και οι άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης που να εξασφαλίζει όμως την ιδιαιτερότητα της προσχολικής αγωγής απέναντι στο κυρίως, «επίσημο» σχολείο αλλά και την –σε λογικά πλαίσια- σύνδεση του με αυτό (θα αναλύσουμε τι εννοούμε «λογικά» παρακάτω).
Σύμφωνα με τη δική μας προσέγγιση κάτι τέτοιο ούτε ουδέτερα, ούτε μοναδικά μπορούσε να γίνει αλλά θα υποτάσσονταν στις ταξικές επιλογές προτεραιότητες και ρυθμίσεις της κυρίως εκπαίδευσης .Αυτό όμως που ήταν φανερό σε μας δεν ήταν το ίδιο φανερό για τον κλάδο συνολικά. Οφείλουμε να εξηγούμε και να κατανοούμε τις αυταπάτες των συναδέλφων και να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή ότι προέρχονται από πραγματικές ανάγκες που αντιμετωπίζουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, στη δουλειά τους που όμως –λόγω της ανυπαρξίας πραγματικά αντίθετου λόγου- έντεχνα χρησιμοποιεί και διαστρεβλώνει η κυρίαρχη πολιτική και οι μορφωτικοί της αντιπρόσωποι. Γιατί η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία και πολιτική «παίζουν» στο δικό μας γήπεδο χωρίς όμως αντίπαλο! Αυτό είναι φυσικά και το πρόβλημα και είναι δικό μας πρόβλημα σε μεγάλο βαθμό…
Τι συνέβαινε με τα αναλυτικά προγράμματα του νηπιαγωγείου τα τελευταία 30 χρόνια; Καλό είναι να ρίξουμε μια συνοπτική «ματιά».

Από τη Θεία Λένα στο…ΔΕΠΣ.
Το νηπιαγωγείο που γνώρισαν-όσοι γνώρισαν-οι σημερινοί μεσήλικες είχε ταυτιστεί με το υποκατάστατο της μητρικής φροντίδας, της ηθικοθρησκευτικής διαπαιδαγώγησης (εξ` ων και ο ρόλος «αγωγή») ,της αισθητικής αγωγής και της κοινωνικοποίησης θα λέγαμε σήμερα.
Βέβαια ο έντονος πειθαρχικός χαρακτήρας του παλιού σχολείου των μεταεμφυλιακών χρόνων και της χούντας επέβαλε πολλές φορές και την «εκμάθηση» γραμμάτων ακόμα και την προεκπαίδευση στη γραφή τους..
Πρώτη φορά συγκροτείται ιδιαίτερο «πρόγραμμα νηπιαγωγείου» το 1980 η λεγόμενη και «ενιαία συγκεντρωτική διδασκαλία».
Κεντρικό στοιχείο της διδακτικής μεθόδου που προτείνονταν ήταν το «θέμα» που το «δανείζονταν» οι νηπιαγωγοί βασικά από τον ημερολογιακό κύκλο και από άλλες «αφορμές».
Ήταν ένα πρόγραμμα κατά βάση της αφόρμησης, ανοικτό και αδιαμόρφωτο. Δεν ήταν αναλυτικό πρόγραμμα γιατί δεν περιείχε τομείς ανάπτυξης, διδακτικούς στόχους και ενότητες αναλυτικά για κάθε τομέα.
Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορούσε ο νηπιαγωγός να καθορίσει τους στόχους μιας πορείας διδασκαλίας που αρθρώνονταν γύρω από ένα θέμα. Το πρόγραμμα αυτό βασίζονταν λιγότερο στη λεγόμενη «δομημένη διδασκαλία» πρότεινε όμως αρκετές δραστηριότητες σε έναν τόμο ίσης…χωρητικότητας περίπου με το αναλυτικό πρόγραμμα του `89 και τον οδηγό της νηπιαγωγού του 2006.
To 1989 εισάγεται για πρώτη φορά «αναλυτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου» που χωρίζει σε πέντε τομείς τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται στο χώρο του (Κοινωνικοσυναισθηματικός, γνωστικός, αισθητικός, ψυχοκινητικός, δεξιότητες) χωρίζει στη διάρκεια του έτους σε επιμέρους αναπτυξιακές ενότητες αυτούς τους τομείς, ορίζει διδακτικούς στόχους για κάθε ενότητα κλπ.
Με βάση αυτό το διαχωρισμό ορίζεται εβδομαδιαίο πρόγραμμα του νηπιαγωγείου.
Για πρώτη φορά διαμορφώνεται δομημένη διδασκαλία στόχων στο χώρο της προσχολικής αγωγής ενώ οι σχολικοί σύμβουλοι (άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο σχολαστικά και πάντα σε σχέση με τις δυνατότητες ελέγχου που είχαν σε μια προσχολική αγωγή με μεγάλη διασπορά μονάδων) αρχίζουν να ζητούν εβδομαδιαία προγράμματα με ενότητες και στόχους. Διαμορφώνεται ένα είδος «διδακτέας ύλης» του νηπιαγωγείου.
Η εφαρμογή του αναλυτικού προγράμματος αμφισβητήθηκε ως μια πρώτη προσπάθεια σχολειοποίησης του νηπιαγωγείου.
Αμφισβητήθηκε αρχικά η αναγκαιότητα αναλυτικών προγραμμάτων στο χώρο του νηπιαγωγείου γενικότερα. Ας σημειωθεί ότι μέχρι τότε ακόμα μόνο στην Ελλάδα και στο Βέλγιο η προσχολική αγωγή βασίζονταν σε ενιαίο αναλυτικό πρόγραμμα. (το ΔΕΠΣ δεν είναι αναλυτικό πρόγραμμα ισχυρίζονται και ίσως να είναι και έτσι ως ένα βαθμό).
Αμφισβητήθηκε και το προγραμματικό πλαίσιο του αναλυτικού προγράμματος, κατά πόσο οι δραστηριότητες πρέπει να είναι δομημένες ή όχι, ο «κατ` επίφασιν δημοκρατικός αλλά εν τέλη πειθαναγκαστικός χαρακτήρας του» , «τα προκαθορισμένα αντικείμενα διδασκαλίας και οι τυποποιημένες μεθοδολογίες διδασκαλίας και αξιολόγησης».
Επί πλέον επικρίθηκε και ο ψευδοεπιστημονικός χωρισμός της ανάπτυξης σε τομείς (και είναι αλήθεια πως η αλληλοκάλυψη στόχων των διάφορων τομέων και μια συνακόλουθη σύγχυση –τι σήμαινε π χ τομέας «δεξιοτήτων»;-ήταν το πρακτικό αποτέλεσμα της εφαρμογής του αναλυτικού προγράμματος του `89). Κριτικαρίστηκε και το ιδεολογικό και παιδαγωγικό πασπαρτού και ο εκλεκτισμός του προγράμματος (αλλά μήπως ήταν το μόνο σε όλη την εκπαίδευση;).
Η κριτική αυτή όμως αφορούσε πάλι τα ακαδημαϊκά «διαμερίσματα»(«ονόματα» του κλάδου όπως ο Χρυσαφίδης-βασικός υποστηρικτής της ομαδοσυνεργατικής σήμερα, ή ο Πολυχρονόπουλος στήριξαν με περισσότερο ή…καθόλου τακτ την κριτική εκφράζοντας την συμπάθειά τους για την καταργημένη «ενιαία συγκεντρωτική διδασκαλία»).
Στην βάση του κλάδου σχολικοί σύμβούλοι και λοιποί υποστήριξαν το νέο αναλυτικό πρόγραμμα στην προοπτική της «αναβάθμισης του επαγγέλματος» που από την δημιουργική απασχόληση περνά –επιτέλους!-στην ολοκληρωμένη διδασκαλία. Όμως οι σχολικοί σύμβουλοι και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (και φυσικά το ΥΠΕΠΘ),όλοι δηλαδή οι παράγοντες που σήμερα ξιφουλκούν υπέρ του ΔΕΠΣ, αγνόησαν αυτή την κριτική και για δεκαπέντε περίπου χρόνια εφάρμοζαν το αναλυτικό πρόγραμμα νηπιαγωγείου του 1989.
Ο αέρας της «ανωτατοποίησης» έρχονταν καθυστερημένος να ανανεώσει τάχα και την προσχολική αγωγή σε μια περίοδο όμως που τα σημάδια της αντιδραστικής στροφής στην εκπαίδευση και όχι μόνο, είχαν αρχίσει να γίνονται ορατά: παρουσιολόγια στις ακαδημίες, περικοπές, περιορισμοί διορισμών στη λογική αποδυνάμωσης της επετηρίδας πρώτες «κρούσεις» για αξιολόγηση κλπ. Όπως και να το κάνουμε, ακόμα και για τα αστικά πλαίσια το `89 δεν ήταν πια `80!
Χαρακτηριστικό παράδειγμα «άγαρμπης» σχολειοποίησης ήταν και τα δύο περίφημα βιβλιοτετράδια, τετράδια για τα παιδιά αυτής της ηλικίας με ασκήσεις πάνω στις χωροχρονικές και προμαθηματικές έννοιες και τους αριθμούς το ένα και με ασκήσεις ποικίλου χαρακτήρα πάνω στη γλώσσα το άλλο (συνοδεύονταν και με κασέτα).
Πέρα από την επικίνδυνη και αντιπαιδαγωγική για αυτή την ηλικία στήριξη στο δίπολο λάθος-σωστό (ειδικά στο βιβλιοτετράδιο των χωροχρονικών εννοιών) αλλά και την έντονα αντιαισθητική τους εικόνα, τα βιβλιοτετράδια αποσύρθηκαν από το ίδιο το ΥΠΕΠΘ μετά τον τρίτο χρόνο εφαρμογής τους γιατί εντοπίστηκαν συνολικά καμιά ογδονταριά λάθη μεθοδολογικά, σκέτα λογικά, αισθητικά, παραπλάνησης, εικονογραφικά, αναπαράστασης, εκτύπωσης και ότι άλλο μπορούσε κανείς να φανταστεί! Και αυτό με επίσημο έγγραφο του ΥΠΕΠΘ που ακόμα φυλάσσεται στα αρχεία των μονάδων μαζί με τα σκονισμένα βιβλιοτετράδια πολλά από τα οποία διοχετεύτηκαν στον «παρακατιανό» κλάδο των παιδικών σταθμών και των νηπιοβρεφοκόμων!
Μετά την περιπέτεια των βιβλιοτετραδίων υποτίθεται ότι άνοιγε ο δρόμος για μια αλλαγή της διδακτικής μεθοδολογίας του νηπιαγωγείου που θα πραγματοποιούσε μια «νέα σύνθεση». Η κριτική δεν προέρχονταν μόνο από τα «πάνω» αλλά και από τα «κάτω». Πολλές από τις επισημάνσεις του ΥΠΕΠΘ τις είχαν ήδη κάνει οι συνάδελφοι-συναδέλφισσες για τα βιβλιοτετράδια, αλλά ποιος να τις ακούσει;
Και από μια άποψη (καθαρά «παιδαγωγική» αν υπάρχει τέτοια που δεν…) το ΔΕΠΣ είναι η επιστροφή, όσον αφορά την εξωτερική μορφή, στην «ενιαία συγκεντρωτική» σε πιο προωθημένη βάση. Το ΔΕΠΣ αρνιόνταν το αναλυτικό που… πριν είχε αρνηθεί την ενιαία συγκεντρωτική. Επρόκειτο (αν πάρουμε τοις μετρητοίς τον ενθουσιασμό του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου) για την δικαίωση της άρνησης της άρνησης του Χέγκελ, τον θρίαμβο της παιδαγωγικής διαλεκτικής που θα ολοκλήρωνε τάχα τη νέα σύνθεση !
Θα μπορούσαν και έτσι να έχουν τα πράγματα αν το ζήτημα ήταν ζήτημα αγνής ιδεολογικής αντιπαράθεσης για το ποια παιδαγωγική μεθοδολογία (ή μεθοδολογική παιδαγωγική) θα ήταν η καταλληλότερη για το νηπιαγωγείο, για το σχολείο γενικότερα.
Όμως η εκπαιδευτική πολιτική και η διδακτική μεθοδολογία που αυτή προκρίνει και επιλέγει καθορίζονται από πολιτικές και ταξικές προτεραιότητες.
Η δική μας προσέγγιση ξεχωρίζει και από ένα άλλο χαρακτηριστικό ακόμα .
Κατά τη γνώμη μας δεν είναι τόσο αυτό καθαυτό το περιεχόμενο της ύλης (όσο αντιδραστικό και αν είναι ιδιαίτερα στα ανθρωπιστικά μαθήματα) όσο το σύστημα διδασκαλίας (τρόποι, μέθοδοι, αξιολόγηση) που αποτελεί το πραγματικό ταξικό περιεχόμενο του σχολείου. Γιατί αυτό είναι το εργαλείο, το «σύστημα» μέσα από το οποίο γίνεται η ταξική επιλογή, τιθασεύεται και πειθαρχείται το άτομο, διαπαιδαγωγείται-αν θέλετε-στις αξίες που αντιπροσωπεύει η σημερινή κοινωνία.
«Το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος» σύμφωνα με τον Μάη του `68.
Πως γίνεται σε μια εποχή που σαρώνονται κοινωνικά, μορφωτικά, εργασιακά δικαιώματα, σε μια τέτοια ζοφερή εποχή, στην προσχολική αγωγή να εξελίσσεται μια μικροεπανάσταση που τα αντιστρατεύεται (και δεν τα αντιπροσωπεύει) όλα αυτά;
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ασφαλές πλαίσιο για κανένα στοιχείο-έστω και παιδαγωγικά προοδευτικό. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα πιο «καινοτόμα» και προοδευτικά στοιχεία για να στηρίξουν την επιστροφή σε ένα αντιδραστικότερο, ταξικότερο, χειρότερο τελικά για μαθητές και εκπαιδευτικούς σχολείο (και βεβαίως. νηπιαγωγείο).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δίλημμα της συζήτησης –στην οποία αναφερθήκαμε- για το αναλυτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου , το αν δηλαδή θα είναι δομημένες ή «προκύπτουσες» από τα νήπια οι δραστηριότητες. Έ λοιπόν, το νέο ΔΕΠΣ κάνει σημαία του τις «προκύπτουσες δραστηριότητες» των νηπίων, το «αυθόρμητο και αυτοδημιούργητο παιχνίδι» κατά τον Γληνό, προωθώντας όμως ακόμα μεγαλύτερη σχολειοποίηση του νηπιαγωγείου από ότι το παλαιό αναλυτικό πρόγραμμα!
Με πιο ξεκάθαρη βιγκοτσική και λιγότερο πιαζετιανή θεωρία, στο όνομα της «ζώνης της επικείμενης ανάπτυξης»,(που την έχουν διαστρεβλωμένα «μεταφράσει» ως ενίσχυση της εμπλοκής των νηπίων στην ενεργό μάθηση του επόμενου σταδίου) το νηπιαγωγείο πλησιάζει την πρώτη δημοτικού, στην ουσία περιορίζεται παρά αναπτύσσεται ο ρόλος του παιχνιδιού!
Με αναγωγή στις διάφορες θεωρίες ψυχολογίας εδραιώνεται η αξιολόγηση των νηπίων για ενδυναμώσει λέει την αυτοεικόνα τους!!!
Αυτά είναι βήματα προοδευτικά ή αντιδραστικά; Προς τα «μπρος» ή προς τα «πίσω» (στα χρόνια που στο νηπιαγωγείο πιέζονταν τα νήπια να γράψουν στα μαύρα πινακάκια τους με κιμωλία και σφονδύλη γράμματα);
Στην πραγματικότητα δεν υφίσταται «άσυλο» για καμία μα καμία προοδευτική παιδαγωγική προσέγγιση ή θέση όσο και αν ήταν τέτοια ή…θα ήταν τέτοια σε άλλο τόπο και χρόνο.

ΠΕΡΙ «ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ».
Αλλά και η έννοια «διαθεματικότητα» έχει έντονο ψευδοεπιστημονικό περιεχόμενο, είναι επιστημονικά ψευδεπίγραφη έννοια.
Όχι τόσο για τους παιδαγωγικούς λόγους που επικαλούνται από θεωρητικής απόψεως διάφοροι στο χώρο της επίσημης ή ριζοσπαστικής αριστεράς (υφίστανται και αυτοί).
Γιατί η πραγματικά επιστημονική έννοια είναι αυτής της διεπιστημονικότητας της γνώσης. Σε ποιον όμως πλανήτη και σε ποιον κόσμο;
Ο κατακερματισμός της γνώσης είναι αποτέλεσμα της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης (ας δούμε τι γίνεται π χ στο χώρο της ιατρικής, της σεισμολογίας και σε άλλους επιστημονικούς χώρους με φανερή την επίπτωσή τους στη ζωή των ανθρώπων, όλα αυτά συνδέονται με τον σημερινό καταμερισμό εργασίας, την υποταγή επιστημονικής γνώσης στις ανάγκες του κεφαλαίου, την παρασιτική ανάπτυξη κάποιων κλάδων σε σχέση με κάποιους άλλους κλπ). Γι αυτό και η διεπιστημονική προσέγγιση ενώ είναι ανάγκη των καιρών, ζωτική ανάγκη για το προχώρημα πειραματικό, θεωρητικό, αλλά και εκπαιδευτικό των επιστημονικών γνώσεων και κατακτήσεων δεν ολοκληρώνεται και υπονομεύεται.
Το ζήτημα της ολόπλευρης κατάκτησης της γνώσης δεν αντιμετωπίζεται με την περίφημη καραμέλα-που όλοι πιπιλάνε- του «να μαθαίνεις πώς να μαθαίνεις».
Γιατί το ζήτημα της ολόπλευρης κατάκτησης της γνώσης δεν είναι ζήτημα μιας δεξιότητας που μεταφέρεται σαν χρηστικό εργαλείο από τομέα σε τομέα. Ολόπλευρη κατάκτηση της γνώσης είναι να συνδέεται η εκπαίδευση με τον επιστημονικό πειραματισμό, την κοινωνική εξέλιξη και τους κοινωνικούς αγώνες, την παραγωγική διαδικασία. Ολόπλευρη κατάκτηση της γνώσης σημαίνει να κατέχει κανείς το τι μαθαίνει, πως το μαθαίνει, και σε πιο προχωρημένο επίπεδο, γιατί το μαθαίνει.
Επιδιώκει μια τέτοια επαφή με το φαινόμενο της μάθησης η αστική τάξη; Πιθανόν για τα στελέχη της όμως σε καμιά περίπτωση για τη μεγάλη μάζα που το επίπεδο εκπαίδευσης το οποίο της «παρέχεται» ελάχιστα ξεπερνά το όριο της βασικής εκπαίδευσης, άντε και κάτι παραπάνω για την μορφωμένη υπαλληλία που έχει ανάγκη για τις υπηρεσίες της.
Γι `αυτό και το «επίπεδο» (για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ στο ποίημά του για τις μανάδες των μαθητών) κρατιέται και είναι πάντα χαμηλό για τη μεγάλη μάζα.
Με διαθεματικότητα ή όχι κάτι τέτοιο αποτελεί διαχρονική επιδίωξη και επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων.
Η διαθεματικότητα έρχεται να καθαγιάσει αυτό τον ταξικό διαχωρισμό στη εκπαίδευση στο όνομα μάλιστα του ξεπεράσματος του «κοινωνικού αποκλεισμού» στην εκπαίδευση!
Σε μεγάλο βαθμό αυτή η ασύνδετη παράθεση τομέων και στοιχείων που διατρέχει τα νέα βιβλία και που τη διαπιστώνουν έντρομοι γονείς και μαθητές (π χ στο βιβλίο της γλώσσας της Α` Γυμνασίου πρώτο κείμενο Καραγκιόζης, δεύτερο κείμενο Ίταλο Καλβίνο!), η αποφυγή των ομόκεντρων κύκλων και η μη επανάληψη της ύλης της προηγούμενης τάξης βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση και στη ίδια εκπαιδευτική φιλοσοφία: Μην το ψάχνετε πολύ, όσοι μπορούν να μάθουν θα μάθουν. Το σχολείο θα κάνει τον «σχεδιασμό» και ο δάσκαλος θα μετατραπεί σε «διευκολυντή ευκαιριών» της γνώσης που θα «αναδύεται».
Βέβαια για όλα αυτά υπάρχουν θεωρητικές αναφορές: στην παγκοσμιοποίηση, στον κοσμοπολιτισμό, στον «πολυπολιτισμό» κλπ.
Χρήσιμο είναι να διαβάσει κανείς το «Κατακερματισμένος εαυτός» -(εκδόσεις Θυμάρι) για να προβληματιστεί πάνω στο πως δικαιολογείται ψυχοκοινωνικά το προφίλ του ανθρώπου της υποτιθέμενης νέας εποχής.
Επικρίνεται (ιδιαίτερα από τους χώρους της επίσημης αριστεράς) η παιδαγωγική φιλοσοφία του κονστρουκτιβισμού που βρίσκεται πίσω από τα νέα προγράμματα και βιβλία ειδικά στο βασικό της σημείο ότι η «γνώση είναι μια κοινωνική κατασκευή» και κατά συνέπεια είναι και ατομική υπόθεση του μαθητή πως θα κατασκευάσει τη λύση ενός προβλήματος και αποδεκτές πολλές πιθανές προσεγγίσεις.
Η κριτική που δέχεται αυτή η θεωρητική βάση είναι ότι εδραιώνει και δικαιώνει τον ατομισμό, την λεγόμενη «ατομική επιλογή» παρά το θετικό σημείο που περιέχει όπως αυτό της αξιοποίησης της προϋπάρχουσας γνώσης, της θετικής αξιοποίησης τους λάθους και της πλάνης κλπ.
Η αλήθεια είναι ότι όταν στις ΗΠΑ (στη δεκαετία του `90)
προσπάθησαν να απαντήσουν το ζήτημα των χαμηλών επιδόσεων των μαθητών στα μαθηματικά με αναλυτικά προγράμματα βασισμένα στον κονστρουκτιβισμό η αποτυχία ήταν παταγώδης. Ευνοήθηκαν οι ήδη ευνοημένοι! Το ζήτημα όμως των χαμηλών επιδόσεων ήταν μόνο ζήτημα της κατάλληλης παιδαγωγικής θεωρίας;
Γιατί όπως έλεγε και ο ιταλός κομμουνιστής και θεωρητικός Γκράμσι, το ζήτημα είναι πως θα οργανωθεί η «σύγκρουση» αυτής την προϋπάρχουσας γνώσης με την επιστημονική γνώση που παρέχει το «επίσημο» σχολείο. Ώστε οι νέες μορφές γνώσεων που θα οικοδομηθούν θα οδηγούν σε μια «θεωρία κοσμοαντίληψης που δεν θα δομείται στα περιορισμένα και φολκλορικά όρια της πραγματικότητας του κάθε ατόμου» αλλά αντίθετα θα διευρύνει «τα ατομικά όρια της ένταξης του καθένα στην πραγματικότητα».
Φολκλορικά εννοεί ο Γκράμσι όλα εκείνα τα στοιχεία της λαϊκής και θεολογικής πλάνης που μεταφέρουν οι μαθητές στο σχολείο (πχ ο Θεός βρέχει κλπ).
Βέβαια η διαθεματικότητα, ως τρόπος εκπαιδευτικής προσέγγισης ακολουθείται σήμερα σε μια σειρά τομείς.
Οι εταιρείες π χ οργανώνουν τις καταρτίσεις των στελεχών και υπαλλήλων τους με βάση διαθεματικά ιστογράμματα. Στο χώρο των τεχνών, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, των θεατρικών και καλλιτεχνικών, αθλητικών εργαστηρίων η διαθεματική προσέγγιση μπορούμε να πούμε ότι κερδίζει έδαφος. Η έκφραση «θα δουλέψουμε πάνω σε ένα πρότζεκτ» ακούγεται όλο και πιο πολύ. Θεωρείται μάλιστα αρκετά «συμβατή» με τη διάδοση και τον τρόπο δουλειάς και λειτουργικότητας των ηλεκτρονικών υπολογιστών στους οποίους «ταιριάζουν» διαθεματικά μοντέλα, η λεγόμενη «διαδραστικότητα» η «συνοικοδόμηση της γνώσης» κλπ.
Το ερώτημα που αρκετοί θέτουν είναι αν μια πλατιά εφαρμογή της διαθεματικότητας μπορεί πραγματικά να υποκαταστήσει την διδασκαλία με την οποία μέχρι σήμερα παρέχονταν οι γνώσεις στα βασικά μαθήματα. Δεν φαίνεται ούτε το επίσημο σύστημα να το πιστεύει.
Από `κει και πέρα ξεκινά μια μεγάλη συζήτηση για το είδος της γνώσης που θα παρέχεται, που θα είναι πιο «κατακερματισμένη», θα βγάζει πιο αμόρφωτους μαθητές (θαρρείς και πριν έβγαιναν πιο μορφωμένοι) κλπ.
Υπ` αυτή την έννοια επικρίνεται και το νέο «γνωσιοκεντρικό» νηπιαγωγείο. Και από μια άποψη έχουν δίκιο καθώς το νηπιαγωγείο σχολειοποιείται και μάλιστα πολύ στρεβλά και άσχημα. Θα θέλαμε να βάλουμε μια…άνω τελεία σε αυτή την αντιπαράθεση που φαίνεται να γίνεται από αριστερές θέσεις. Όχι για να υπερασπίσουμε τη διαθεματικότητα αλλά γιατί το ζήτημα δεν είναι αυτό, δεν «παίζεται» αυτό το σενάριο όσο και αν η κυρίαρχη άποψη προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο μιλώντας για την περίφημη «κοινωνία τα γνώσης και της πληροφορίας». Οι προοδευτικοί εκπαιδευτικοί δεν χρειάζεται να «τσιμπάμε» σε ότι μας σερβίρουν. Δεν διακυβεύεται και δεν τίθεται το ζήτημα της γνώσης.
Δεν ενδιαφέρεται το κυρίαρχο εκπαιδευτικό σύστημα να παράγει ολόπλευρα μορφωμένα άτομα έτσι ή αλλιώς. Ούτε φυσικά ήταν, από αυτή την άποψη, καλύτερα τα παλιότερα βιβλία ή προγράμματα. Και φυσικά δεν τα υπερασπιζόμαστε. Ούτε λόγος γι` αυτό.
Η ανατροπή που βλέπουμε να επέρχεται μέσα από την επίκληση της διαθεματικής προσέγγισης, των ευέλικτων ζωνών και των «καινοτόμων» δράσεων κάθε είδους, δεν έχει να κάνει τόσο (μπορεί-έστω- ελάχιστα) με το ζήτημα της γνώσης όσο με την επιδίωξη ν` αλλάξει η στάση (κατά συνέπεια και οι απαιτήσεις)των μαθητών και των οικογενειών τους από το σχολείο.
Να το πούμε πιο απλά. Καλώς ή κακώς από το «παλιότερο» σχολείο (και ειδικά σε μια κοινωνία όπως η ελληνική με την προϊστορία της στο ζήτημα παιδεία) η κοινωνία, και μιλάμε για την εργαζόμενοι πλειοψηφία, είχε κάποιες απαιτήσεις (μορφωτικές, επαγγελματικές, κοινωνικές κλπ).
Το «ανοιχτό» σχολείο των «νέων οριζόντων» ρίχνει με αυτό τον τρόπο το…μπαλάκι στους μαθητές και τους γονείς τους (και φυσικά στοχοποιεί και τους εκπαιδευτικούς).
Η ευθύνη δεν θα είναι πια μόνο του «οργανωμένου σχολείου» που μπορεί να στεγάζεται σε ετοιμόρροπα κτίρια, να σαρδελοποιεί τους μαθητές του, να κρατά σε εργασιακή ομηρία και σε συνεχή πίεση τους εκπαιδευτικούς όμως η συμμετοχή του μαθητή και του εργαζόμενου γονιού θα παίζει τάχα τον καθοριστικό ρόλο (τέτοια συμμετοχή που φθάνει και στην πληρωμή φροντιστηρίων από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού!).
Οι συχνές επαφές που ζητάνε οι σχολικοί σύμβουλοι και στα νηπιαγωγεία για ενημέρωση των γονέων και οργάνωση της «ενεργούς συμμετοχής» τους στο πρόγραμμα είναι και μια… προεκπαίδευση για αυτό που θα αντιμετωπίσουν αργότερα. Και αυτό είναι ανεξάρτητο από τις αυταπάτες και την αυτοεικόνα που έχουν για τις θεωρίες τους αυτοί που τις εισηγούνται. Αν και υπάρχει σχέση ανάμεσα στις αφ` υψηλού και. προτάσεις των διάφορων εισηγητών ,ερευνητών και στην ταξική μορφή που παίρνει η επίθεση στο καθημερινό, βασικό επίπεδο της εκπαίδευσης.
Πιο εύκολα λειτουργούν ταξικά (και…τοξικά) για τα παιδιά των λαϊκών τάξεων τα προγράμματα που έρχονται ουρανοκατέβατα μέσα στο…υψηλό και απομακρυσμένο από την σχολική πραγματικότητα, γνωστικό σελοφάν των διάφορων πανεπιστημιακών.
Σε αυτό το είδος γνώσης προσαρμόζονται πιο εύκολα τα παιδιά των ανώτερων και μορφωμένων τάξεων, καθώς βρίσκονται πιο κοντά σε αυτές τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις και τα στάνταρ.
Το ζήτημα λοιπόν δεν μπορεί να είναι μόνο εκπαιδευτικό, πολύ περισσότερο «γνωστικό». Ούτε μπορούμε να περιμένουμε πότε θα ολοκληρωθεί η…συζήτηση για την κατάλληλη παιδαγωγική θεωρία και προσέγγιση, πολύ απλά γιατί η πολιτική επίθεση στα μορφωτικά και εργασιακά δικαιώματα θα εξελίσσεται και εμείς θα βρισκόμαστε σε τροχιά…θεωρητικής αναζήτησης. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι άνευ νοήματος οι προβληματισμοί και οι συζητήσεις…
Σύμφωνα με την προσέγγιση που εκτίθεται εδώ ακόμα και οι πιο προοδευτική θεωρία μπορεί στο συγκεκριμένο κοινωνικό-εκπαιδευτικό πλαίσιο να γεννήσει αντιδραστικά εκτρώματα. Και πέραν του κονστρουκτιβισμού…
Το βλέπουμε σήμερα με την επίκληση στον Βιγκότσκι, στον Μπρούνερ και στον Λούρια!
Δεν θα μας εξέπληττε κάποια στιγμή να «υιοθετηθούν» από το σύστημα και πιο ριζοσπαστικές εκπαιδευτικές προτάσεις όπως οι αλλαγές που επέβαλλε το μορφωτικό κίνημα της Πολιτιστικής Επανάστασης στην πάλαι ποτέ σοσιαλιστική Κίνα (καμία σχέση με τη σημερινή). Να καταργήσουμε τα τρία κέντρα έλεγαν τότε (όχι απλά το δάσκαλο αλλά και το βιβλίο, το μάθημα) να αναδιοργανωθεί η εκπαίδευση με βάση την αυτενέργεια των διδακτικών υποκειμένων και τη σύνδεσή τους με την κοινωνία κλπ.
Για να μην έχουμε καμία αμφιβολία ήδη κάτι τέτοιες «ευελιξίες» πραγματοποιούνται στην εκπαίδευση-κατάρτιση ενηλίκων και ανέργων. Οι καθηγητές ονομάζονται «εκπαιδευτές», οι εκπαιδευόμενοι συμμετέχουν στην διδακτική ύλη κλπ.
Κι όμως το σύστημα κάνει τη δουλειά του, οι άνεργοι ανακυκλώνονται και οι διάφορες πιστοποιήσεις πάνε και έρχονται.
Για να επανέλθουμε στο νηπιαγωγείο, έτσι η αλλιώς και με το σύστημα της «ενιαίας συγκεντρωτικής -θεματικής» και με το «ενιαίο αναλυτικό πρόγραμμα του `89», το νηπιαγωγείο διακρίνονταν από μια ακτινωτή, «διαθεματική» οργάνωση της διδασκαλίας. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι το αναλυτικό πρόγραμμα του `89 με την αλληλοκάλυψη των διάφορων τομέων, την σύγχυση που δημιουργούσε όταν κανείς έπρεπε να καθορίσει τους στόχους των ενοτήτων και των υποενοτήτων για να φτιάξει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα, είχε κουράσει, με το στυλιζάρισμα του τους νηπιαγωγούς που έπρεπε να προκαταλάβουν την δημιουργικότητα των νηπίων.
Το ΔΕΠΣ έχει, τάχα, την απάντηση του «παιδοκεντρικού» νηπιαγωγείου απέναντι σε αυτό το πρόβλημα του «δασκαλοκεντρικού»ν νηπιαγωγείου. Όμως και το «παιδοκεντρικό» πρόγραμμα είναι άλλο ένα ιδεολόγημα.
Πρώτα, πρώτα αν ήθελαν να είναι συνεπείς με τους θεωρητικούς της παιδαγωγικής που επικαλούνται θα ξεπερνούσαν το δίλημμα παιδοκεντρικότητα ή δασκαλοκεντρικότητα και θα μιλούσαν για την παιδαγωγική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον παιδί και το διδακτικό του περιβάλλον που περιλαμβάνει το δάσκαλο, τα σχολεία, τους χώρους, τα προγράμματα και τα παραπρογράμματα. Μια σχέση που δεν περιορίζεται μέσα στο σχολείο αλλά εκτείνεται πέρα από αυτό.
Το «παιδοκεντρικό» νηπιαγωγείο σε ποιο παιδί αναφέρεται; Η ερώτηση δεν είναι αφελής αλλά…αρκετά πονηρή.
Δεν υπάρχει γενικά και αόριστα το «παιδί» από τη μια και το σχολείο από την άλλη. Δεν υφίσταται η έννοια παιδί γενικώς. Και προφανώς δεν είναι όλα τα παιδιά ίδια και με το ίδιο μορφωτικό και κοινωνικό φορτίο. Σε ποια παιδιά λοιπόν θα επικεντρωθεί η εκπαιδευτική διαδικασία; Για να το πούμε πιο απλά και λαϊκά, βρίσκουμε εξόχως «παιδοκεντρικά» τα νηπιαγωγεία π χ των «πρότυπων εκπαιδευτηρίων Θεσσαλονίκης» (ιδιωτικά) στα οποία οι σχολικές σύμβουλοι είχαν το θράσος το 2006 να οργανώσουν συνέδριο για την δημόσια προσχολική αγωγή! Δεν βρίσκουμε καθόλου «παιδοκεντρικά» τα νηπιαγωγεία των Συκεών και της Νεάπολης που στεγάζονται σε μαγαζιά! Αυτά μάλλον τα βρίσκουμε παιδικο…απόκεντρα!
H ουσιαστική και ενεργητική ενσωμάτωση των παιδιών στο σχολείο (που υποτίθεται έχουν ως στόχο) προφανώς δεν αναδεικνύεται μέσα από την εκτέλεση εκπαιδευτικών πακέτων και τέλεια φτιαγμένων ιστογραμμάτων. Αλλιώς έχουμε την αυταπάτη της δήθεν ανάδυσης της γνώσης από τις ανάγκες των παιδιών όπως στο παράδειγμα κάποιων νηπιαγωγείων νησιών του Αιγαίου που εκτελούσαν το πρότζεκτ για το φθινόπωρο αρχές του Σεπτέμβρη-επιμένοντας ότι αναδύθηκε ταυτόχρονα από τα παιδιά τεσσάρων τμημάτων!- όταν τίποτα από το φυσικό περιβάλλον δεν προδιάθετε για κάτι τέτοιο.
Είναι, πραγματικά, φούμαρα ότι μέσα από την διαθεματικότητα τα νήπια θα βάλουν τις βάσεις για να προσεγγίσουν διεπιστημονικά τον κόσμο αργότερα.
Όσο φούμαρα (ίσως μεγαλύτερα) είναι ότι πρέπει να αγωνιστούμε για την διεπιστημονικότητα της γνώσης μέσα στο υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς και στην σημερινή εκπαίδευση, όπως διάφοροι «αριστεροί» μας προτείνουν ως απάντηση…

Η μεγάλη «αλλαγή»
Η μεγάλη αλλαγή και «καινοτομία» που ευαγγελίζονται ΔΕΠΣ και οδηγός του/ της νηπιαγωγού στηρίζεται σε κάποιες διαπιστώσεις, όχι φυσικά αβάσιμες, που όμως αν και προβάλλονται σε πρώτο πλάνο στην ουσία αποκρύπτουν τις βαθύτερες επιδιώξεις και επιπτώσεις αυτής της «αλλαγής».
Η πρώτη επιστημονική αξιολόγηση της «αλλαγής» αναφέρεται στις επιστημονικές έρευνες που ανατρέπουν παγιωμένες παλαιοπιαζετιανές θέσεις για την αδυναμία μικρών μαθητών να προσεγγίσουν μαθηματικές έννοιες και άλλες γνώσεις. Η έρευνα μάλιστα πήγε πιο «πίσω» ηλικιακά και ανέτρεψε ή έστω αμφισβήτησε πολλές προσεγγίσεις για την αδυναμία των προνηπίων, ακόμα και των βρεφών να έχουν κάποιου είδους θεωρία για τον κόσμο που τα περιβάλλει και τις αντιδράσεις τους στα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου. Σήμερα γνωρίζουμε πως και τα βρέφη απαντούν πιο οργανωμένα και επιλεκτικά στα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου σε σχέση με αυτό που παλιότερα υποστηρίζονταν ή πιστεύαμε.
Μια δεύτερη διαπίστωση αφορά την λεγόμενη «σχολική αποτυχία» την οποία μάλιστα επικαλείται και ο οδηγός του/ της νηπιαγωγού. Είναι βέβαια προκλητικό το επίσημο σύστημα με τους μορφωτικούς του εκπροσώπους να μιλά για σχολική αποτυχία. Όμως ο πολύ… ευαίσθητος σε αυτά τα θέματα ΟΟΣΑ και η ΕΕ (εγνωσμένης ευαισθησίας και αυτή) επανειλημμένα αφιερώνουν συνέδρια, έρευνες και δημοσιεύσεις στην αντιμετώπιση της σχολικής αποτυχίας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην εκπαίδευση. Θεωρείται πως η προσχολική αγωγή όπως και τα αντισταθμιστικά προγράμματα τύπου head start στις ΗΠΑ μεταπολεμικά (γι αυτό τα αναφέρουν στον οδηγό) θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της σχολικής αποτυχίας, θέτοντας πιο στέρεες εκπαιδευτικές βάσεις.
Φυσικά το καθήκον το επωμίζεται ο/ νηπιαγωγός που με αυτό τον τρόπο στοχοποιείται και απενοχοποιείται το υπόλοιπο σύστημα.
Βέβαια αν αυτό το άγχος για την σχολική αποτυχία μέσω της σχολειοποίησης του νηπιαγωγείου οδηγήσει στη νομιμοποίησή της (ενδεχομένως και στην αύξησή της) δεν απασχολεί τους πνευματικούς ταγούς της «διαθεματικότητας».
Η άνοδος του γενικού μορφωτικού επιπέδου, του επιπέδου των γονέων και των όσων κάνουν για τα παιδιά τους είναι ένας άλλος λόγος που ενισχύει τον εκπαιδευτικό ρόλο της προσχολικής αγωγής καθώς το μορφωτικό φορτίο που «φέρουν» τα νήπια στο νηπιαγωγείο πρέπει να αξιοποιηθεί, να οργανωθεί και να καλλιεργηθεί. Βέβαια αυτό έχει και την τελείως ανάποδη ανάγνωση γιατί αν έτσι έχουν τα πράγματα τα παιδιά και τα σημερινά παιδιά, κατά τεκμήριο, έχουν πιο ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο, τότε, που θα ξαναβρούν χώρο εκπαίδευσης και αγωγής που θα τους παρέχει μια εναλλακτική προσέγγιση στη γνώση και τη δημιουργικότητα; Το κομμάτι των επιδόσεων θα το λουστούν έτσι και αλλιώς για δώδεκα χρόνια!
Και οι τρεις λόγοι (προσπαθώντας να σταθούμε από την όσο γίνεται, πιο ουδέτερη οπτική γωνία) θα αποτελούσαν επαρκείς αιτίες για ενίσχυση της εκπαιδευτικής πλευράς του νηπιαγωγείου σε σχέση με αυτό της δημιουργικής απασχόλησης και θα συνηγορούσαν σε μια ενίσχυση της προετοιμασίας για το δημοτικό.
Αυτή η «λογική» σύνδεση με την δημοτική εκπαίδευση ήδη πραγματοποιείται με τους… προάγγελους και συνοδοιπόρους του ΔΕΠΣ, δηλαδή το πρόγραμμα της γλώσσας που ήδη εφαρμόζεται στα νηπιαγωγεία αλλά και την εισαγωγή μαθηματικών εννοιών μέσα από τις ποικίλες και… «προκύπτουσες» δραστηριότητες του νηπιαγωγείου.
Συνάδελφοι δάσκαλοι (ειδικά των πρώτων τάξεων) που δεν έχουν υποκύψει στις γνωστές χωριστικές λογικές που διέπουν τον κλάδο αναγνωρίζουν ήδη θετικά αποτελέσματα στα παιδιά.
Γιατί λοιπόν έπρεπε αυτή η ήπια προσαρμογή (για να δανειστούμε τον όρο των πρώτης κυβερνητικής τετραετίας) να πάρει τα χαρακτηριστικά ενός φωτεινού παντογνώστη;
Γιατί ήταν αναγκαίο το «παραπάνω»;
Γιατί θα πρέπει τα νήπια στο μαγαζάκι με τα φρούτα π χ να πειραματιστούν με πίνακες διπλής εισόδου δύο μεγεθών (ποσότητας-τιμής) και να βγάζουν μάλιστα και Γενικό Σύνολο (και πόσα νήπια θα το κάνουν και για πόσο;);
Γιατί θα πρέπει να ορίζουν από την προηγούμενη μέρα σε ποια γωνία θα παίζουν και με ποιους φίλους, τι θα παίξουν, αν έχουν πλάνο για αυτό που θα κατασκευάσουν κλπ. Αυτό είναι το «προκύπτον δημιουργικό παιχνίδι»;
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως πρόκειται για υπερβολές των πιλοτικών προγραμμάτων ή λιγότερο επιτυχημένες εφαρμογές του ΔΕΠΣ.
Ακόμα και έτσι να είναι ποιος διαμορφώνει το γενικό παιδαγωγικό κλίμα και κατεύθυνση;
Όσοι διάβασαν και μελέτησαν το ΔΕΠΣ δεν μπορεί να μην αποκόμισαν την εντύπωση πως στην προσχολική αγωγή λαβαίνει χώρα μια μορφωτική επανάσταση (ή έστω επίκειται…).
Μήπως τελικά όλα θα τα μάθουν τα παιδιά στο πανεπιστήμιο-νηπιαγωγείο;
Έχουμε στην πραγματικότητα ένα τεράστιο όγκο ύλης και θα αναρωτιόνταν κανείς τι θα πρωτοπρολάβαινε ο /η νηπιαγωγός να καλύψει στον έναν χρόνο υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής όπως έχει καταντήσει πια στην εφαρμογή του το…γενναίο αίτημα για δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή.
Πραγματικά αν μπορούσε να απλωθεί το ΔΕΠΣ δεν θα έφταναν όχι δύο, ούτε τρία χρόνια εφαρμογής!
Βέβαια υπάρχει η δικλίδα της «επιλογής» κάθε φορά για τον/ την νηπιαγωγό και της προσαρμογής σύμφωνα με το έμψυχο υλικό που κάθε φορά συναντά (και για να επαναλάβουμε το «τροπάρι» σύμφωνα με τις «κατευθυνόμενες», προκύπτουσες ή ελεύθερες δραστηριότητές των νηπίων»).
Το κλίμα όμως και οι απαιτήσεις του νέου πλαισίου περισσότερο δημιουργούν ένα χάος παρά διευκολύνουν τις όποιες επιλογές. Ο κίνδυνος μάλιστα –ενόσω η αυταπάτη της συμμετοχής της ομάδας, που επίσης καλλιεργείται, αποπροσανατολίζει τον εκπαιδευτικό από τον πραγματικό έλεγχο της συμμετοχής όλων των νηπίων στις δραστηριότητες- ο υπαρκτός κίνδυνος να δουλεύει ο η νηπιαγωγός με τους πιο ικανούς και «συμμετοχικούς» δεν είναι καθόλου θεωρητικός.
Είναι και μια προ…εκπαίδευση των μικρών μαθητών σε ευέλικτες μορφές εκπαίδευσης. Οι εκπαιδευτικοί θα υπεθυνοποιούνται πλήρως για το τι θα επιλέξουν να διδάξουν μέσα από την χαώδη βεντάλια της…γνώσης που θα έχουν φροντίσει να τους προμηθεύσουν Υπουργείο, ΠΙ και οι διάφοροι ιδιώτες με τις εκδόσεις τους (το παράδειγμα των νέων βιβλίων στο δημοτικό αρκεί). Να και η δαιμονοποίηση του εκπαιδευτικού για τα στραβά του σχολείου αφού το επίσημο σύστημα φρόντισε να του παρέχει επιλογές!
Ο εκπαιδευτικός έχει την «επιλογή» να εφαρμόσει «χαλαρά» ή «έντονα» το πλαίσιο του διαθεματικού προσαρμοζόμενος -υποτίθεται-στις κατά τόπους συνθήκες. Θα συνηθίζουν έτσι οι μικροί μαθητές σε μια λογική ευελιξίας όπως αυτή που προτείνουν πολλοί σχολικοί σύμβουλοι στην πρωτοβάθμια .Μέχρι και ο υπουργός Στυλιανίδης διαπίστωσε σε συνέντευξή του ότι παραφορτώνουμε τους μαθητές και πως τα αναλυτικά προγράμματα πρέπει να το πάρουν αυτό υπόψη. Τέτοια όψιμη ευαισθησία για τους μαθητές; Ή μήπως εφαρμογή μιας πολιτικής στην βασική εκπαίδευση που σημαίνει πως «όποιος μάθει έμαθε» μέσα από τους ρυθμούς της ομάδας; Σε ένα σχολείο που απαραίτητο συμπλήρωμά του θα είναι τα ιδιαίτερα, η παραπαιδεία –αν θέλει κάποιος να προχωρήσει- αφού οι στόχοι θα επιτυγχάνονται μέσα από εκπαιδευτικά «πακέτα ; Ήδη ο γραμματέας εκπαιδευτικών του ΥΠΕΠΘ δήλωσε πως το Υπουργείο πρέπει να εποπτεύει την εκπαίδευση που παρέχεται είτε από την δημόσια παιδεία είτε από τον ιδιωτικό τομέα όταν αυτή «δεν επαρκεί»;
Το νηπιαγωγείο ως ιδιαίτερος χώρος θα συντριβεί μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Ένα σχολείο(;) συμπλήρωμα της πρώτης τάξης του δημοτικού.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ούτε οφείλεται σε παραδρομή της…γλώσσας η αναφορά του ΥΠΕΠΘ σε «μαθήματα του νηπιαγωγείου» στην εγκύκλιο που έμεινε ως γνωστή και «τροπολογία Ράμα» όταν αναφέρονταν στο πρόγραμμα των τμημάτων νηπιαγωγείων στους παιδικούς σταθμούς.
Ούτε ότι στην Κύπρο ,που τόσο θαυμάζουν οι εγχώριοι αναμορφωτές των προγραμμάτων-όχι όλοι για να είμαστε ειλικρινείς αλλά ανησυχητικά αρκετοί- η προσχολική αγωγή ονομάζεται προδημοτική εκπαίδευση!
Δεν είναι καθόλου άσχετο (παρακολουθώντας την αρθρογραφία και τις έρευνες που φιλοξενεί η περιοδική επιστημονική έκδοση της OMEP-Παγκόσμια Οργάνωση Προσχολικής αγωγής) η ακατάσχετη έλξη που ασκεί η τάση για αναμόρφωση προς τις γνωστικές περιοχές των επιστημονικών εννοιών των αναλυτικών προγραμμάτων των νηπιαγωγείων τόσο στους πανεπιστημιακούς, όσο και στους διάφορους ερευνητές, μεταπτυχιακούς, μετεκπαιδευόμενους κλπ.
Την ίδια μάλιστα στιγμή που όλοι «συζητούν» και δεν κρύβουν τους ενδοιασμούς και τις ενστάσεις ή και τους φόβους που έχουν εκφραστεί.
Είτε πρόκειται για την «μετατροπή του νηπιαγωγείου από χώρο παιχνιδιού και ελεύθερης έκφρασης-ανάπτυξης σε οργανωμένη σχολική μονάδα», (Φράγκος) είτε πρόκειται για τις παγίδες και τις δυσκολίες που συνεπάγεται η «διάσταση ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και τις άτυπες γνώσεις των νηπίων» που καθιστά δύσκολο επίτευγμα «τον μετασχηματισμό της επιστημονικής γνώσης σε διδακτικό αντικείμενο» (Ραβάνης) είτε τέλος τους φόβους για μετατροπή του νηπιαγωγείου σε προθάλαμο του δημοτικού (ήδη πλέον κάτι τέτοιο αρχίζει να εδραιώνεται).
Δεν φαίνεται να συγκρατεί όλη αυτή την.. μορφωτική επανάσταση το γεγονός ότι το διαθεματικό διδακτικό πλαίσιο τόσο στις χώρες της Ευρώπης που έχουν προγράμματα νηπιαγωγείου εθνικών κατευθύνσεων όσο και σε εκείνα με τα προγράμματα «τοπικών κατευθύνσεων» δεν αποτελεί μονόδρομο.
Δεν τους προβληματίζει ούτε και η πιο πρόσφατη έρευνα που ολοκληρώθηκε το 2006 στη Βρετανία και τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στην «Ελευθεροτυπία» την περίοδο της δικής μας μεγάλης απεργίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Σύμφωνα με την έρευνα δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς αυτή η σύνδεση της προσχολικής και πρώτης σχολικής ζωής με τα επιστημονικά πεδία των μαθηματικών, φυσικών και περισσότερο αφηρημένων εννοιών στα προγράμματα της προδημοτικής εκπαίδευσης.
Και αυτά σε μια χώρα «πιλότο» ανάλογων εγχειρημάτων και έδρα των θεωριών (αξιόλογων κατά τα άλλα) «της αναδυόμενης γραφής και ανάγνωσης» («Πώς να κάνετε ένας έθνος από αναγνώστες» κλπ).
Εδώ τώρα ανακαλύπτουν τα κοινά «πρότζεκτ» νηπιαγωγείου-πρώτης δημοτικού.


ΟΔΗΓΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ -ΠΟΡΤΦΟΛΙΑ-ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ -ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ.
Το ΔΕΠΣ όμως δεν αρκεί από μόνο του για να αλλάξει το κλίμα στην προσχολική αγωγή.
Ο βοηθός του/ της νηπιαγωγού που έφτασε στα νηπιαγωγεία το 2006 και με ταχύρυθμα σεμινάρια (αντίστοιχα με αυτά των νέων βιβλίων με το δημοτικό) προωθήθηκε έρχεται να υποστηρίξει αυτή την αλλαγή.
Από τον χώρο των Αγωνιστικών Κινήσεων δυο φορές έχουμε τοποθετηθεί πάνω στον «οδηγό».
Από αρκετές κατευθύνσεις αν και ακούσαμε αρκετά θετικά σχόλια για την κριτική (κανείς δεν βρέθηκε να πει ότι είναι αβάσιμη) ωστόσο είχαμε και κάποιες ενστάσεις ότι το παρατραβάμε. Μέσα όμως στην «πολεμική» αγνοήθηκαν δύο βασικά σημεία του οδηγού που αν και δεν καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο χώρο ωστόσο αποτελούν βασικά και κρίσιμα σημεία των «νέων» κατευθύνσεων.
Ε, διορθώνοντας αυτή την…υπερβολή θα πούμε ότι βρίσκουμε τον οδηγό του/ της νηπιαγωγού περίπου έξοχο! Και πραγματικά όσον αφορά το σκέλος των παραδειγμάτων που αναπτύσσει στους διάφορους γνωστικούς τομείς θα μπορούσε να είναι και πολύ υποβοηθητικός στο έργο των νηπιαγωγών. Όμως το «ζουμί» βρίσκεται στο γενικό πλαίσιο του οδηγού (εκεί που ορίζεται ότι τα νήπια πρέπει να προετοιμαστούν για να ζήσουν σε ένα περιβάλλον με ευέλικτες εργασιακές σχέσεις και συνεχείς ανατροπές) αλλά και στα δύο «ελλιπή» κεφάλαια το ένα για την «αξιολόγηση» και το άλλο για την «δουλειά με ομάδες».
Όχι τυχαία είναι μικρά αυτά τα κεφάλαια γιατί αντανακλούν την ιδεολογική αδυναμία να υποστηριχτούν ανοικτά αντιδραστικές παιδαγωγικές πρακτικές αφού ο οδηγός έχει «ψεκαστεί» με ένα εμφανή προοδευτικό-υποτίθεται- τόνο ενάντια στον αποκλεισμό, για το δικαιώματα των παιδιών, την έκφραση της αυτενέργειας, την κριτική σκέψη κλπ.
Αυτή η…ένδεια είναι όμως αρκετά χορταστική από αντιδραστικά σκαρφίσματα:
Το υπόδειγμα φυλλαδίων αξιολόγησης των νηπίων είναι παρμένο από αντίστοιχα φυλλάδια προόδου άλλων σχολικών βαθμίδων της εκπαίδευσης συγκεκριμένα από την ενισχυτική διδασκαλία της δευτεροβάθμιας! Καμία σχέση με σχολειοποίηση δηλαδή!
Όσον αφορά τη συγκρότηση των ομάδων υπάρχει ένα σημείο για το πώς επιλέγει το νήπιο τον σύντροφό του στο παιχνίδι (βάζοντας την καρτέλα με το όνομά του δίπλα στο όνομα του φίλου του στο παρουσιολόγιο). Το νήπιο λοιπόν που δέχτηκε αυτή την πρόσκληση δεν μπορεί να αρνηθεί γιατί πρέπει να τιμήσει την επιλογή που του έγινε! Μάλιστα! Τόσοι ψυχολόγοι έχουν γράψει τόμους επί τόμων για να έρθει ο οδηγός της νηπιαγωγού και να επιβάλει την έννοια του «σεβασμού της επιλογής του άλλου για… λογαριασμό μου» (φοβερά πράγματα δηλαδή!) σε παιδιά ηλικίας πέντε ετών! Και που είναι ο σεβασμός (ο πραγματικός σεβασμός της ισοτιμίας που δεν επιβάλλεται αλλά προκύπτει μέσα από την τριβή και την αυτορύθμιση) στην αυτενέργεια του νηπίου; Ο πραγματικός σεβασμός στα όρια και τις ανάγκες του;
Επικίνδυνες ακροβασίες κάνει ο οδηγός όταν προτείνει (;)ουσιαστικά ρόλους συμβουλευτικής παρέμβασης στις σχέσεις γονέων και γονέων παιδιών. Είναι γνωστή η τάση (χαρακτηριστική σε μια χώρα εξαρτημένη) να αντιγράφουν από το εξωτερικό διάφορα μεγάλα και θαυμαστά. Όμως συμβουλευτική υποστήριξη προσφέρεται (τουλάχιστο στις χώρες της Δ. Ευρώπης) από μία ολόκληρη ομάδα ειδικών επαγγελματιών μέλος της οποίας είναι και ο εκπαιδευτικός (είναι σοβαρά πράγματα αυτά). Ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων που δεν εξαρτάται μόνο από εκπαιδευτικούς αλλά από–πρωτίστως-κοινωνικούς λόγους (π χ στην Βρετανία δεν μειώθηκε η παραβατικότητα των νέων παρά την ένταξη της συμβουλευτικής και των ψυχολόγων στα σχολεία), την ευθύνη δεν την έχει μόνον ο εκπαιδευτικός. Όχι ότι ο οδηγός δηλώνει σαφώς κάτι τέτοιο, όμως το υπονοεί αναφερόμενος στον σπουδαίο ρόλο που παίζει ο εκπαιδευτικός στην ψυχική ζωή των παιδιών, στις σχέσεις με τους γονείς κλπ. Εδώ η προχειρότητα, τα μπαλώματα και η αντιγραφή της «προηγμένης εσπερίας» συνυπάρχουν με τον στόχο για την πλήρη υπευθυνοποίηση-στοχοποίηση του εκπαιδευτικού.
Σε σημαντικό σημείο έχει αναδειχτεί το θέμα των λεγόμενων «πορτφόλιο» και της λεγόμενης παρατήρησης-αξιολόγησης των νηπίων.
Όσον αφορά την παρατήρηση.
Η προσχολική αγωγή είναι ο μόνος χώρος της εκπαίδευσης που έχει ακόμα το «προνόμιο» να μπορεί ο εκπαιδευτικός να παρατηρεί τα παιδιά στις ποικίλες (ιδιαίτερα στις ελεύθερες) δραστηριότητές τους και να παρακολουθεί όχι μόνο τις επιδόσεις τους αλλά και πως εκφράζουν τις ανάγκες τους, τους τρόπους ρύθμισης και ελέγχου των αναγκών και του περιβάλλοντός τους, τις σχέσεις τους κλπ.
Ότι αυτή η παρατήρηση (πάνω στην οποία οφείλει να βασίζεται το όποιο πρόγραμμα οργανωμένων δραστηριοτήτων αν στοιχειωδώς στηρίζεται στις ανάγκες και το επίπεδο των νηπίων) θα έπρεπε να βελτιωθεί, να οργανωθεί καλύτερα, αν θέλετε να επιμορφωθούν και να υποστηριχτούν οι νηπιαγωγοί ποια στοιχεία θα «προσέχουν», θα αναδεικνύουν κλπ μέσα από το ημερολόγιο τους και για προσωπική τους χρήση (μέχρι και ο οδηγός το επικαλείται) είναι κάτι το θεμιτό. Γιατί όμως χρειάζεται το «παραπάνω» και εδώ;
Η παρατήρηση συνδέεται και με την αξιολόγηση των έργων των νηπίων (και κατ` επέκταση των εκπαιδευτικών).
Προσπαθώντας να διασκεδάσουν τους φόβους για ένα γραφειοκρατικό (και όχι μόνο) τερατούργημα μερικές σχολικές σύμβουλοι το προχώρησαν το πράγμα δίνοντας συγκεκριμένο υλικό και τρόπους παρατήρησης-αξιολόγησης. Αυτό που πέτυχαν ήταν να εντείνουν την ανησυχία για το τι μέλει γενέσθαι.
Το μόνο που προκάλεσαν είναι ρίγη ανατριχίλας.
Σχολική σύμβουλος της 16ης περιφέρειας στη Θεσσαλονίκη επιχείρησε να περάσει μέσα από τις διευθύντριες των νηπιαγωγείων τα πορτφόλια. Έκανε μάλιστα και συνάντηση μαζί τους φροντίζοντας να τους προμηθεύσει με το κατάλληλο για την περίπτωση κατευθυντικό υλικό.
Στο υλικό αυτό αφού απορρίπτονται υποτίθεται οι παλιές πρακτικές και τρόποι αξιολόγησης που επιδρούν αρνητικά στην ψυχολογική συγκρότηση του νηπίου ορίζονται οι νέες συνιστώσες της αξιολόγησης που θα οδηγήσουν στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του νηπίου.
Μας προτείνει λοιπόν μέσα από ειδικά διαμορφωμένα και διαβαθμισμένα στις απαντήσεις τους θέματα να ελέγξουμε και να «αξιολογήσουμε» την επιθετικότητα (!) του νηπίου, την προσωπικότητα, τις σχέσεις φιλίας, τις σχέσεις με το περιβάλλον, την συγκινησιακή του κατάσταση και την προσωπική του αυτονομία.
Στον διόλου ετικετοποιημένο όρο «επιθετικότητα» καλείται ο νηπιαγωγός να αξιολογήσει αν το νήπιο «έχει θετική στάση απέναντι στους συμμαθητές του» και «αν είναι κοινωνικά ώριμο(ζητά και προσφέρει σεβασμό) από τους άλλους»!
Στην «προσωπικότητα» αν –μεταξύ των άλλων-«αξιολογεί τα χαρακτηριστικά των φίλων του» και αν «ταυτίζεται με την ομάδα».
Στο «παιδί και περιβάλλον» αν «σέβεται τα ζώα και τα φυτά» (προφανώς οι πιτσιρικάδες που ανοίγουν μια ακρίδα για να δουν πως είναι δεν δείχνουν τέτοιον σεβασμό).και αν «κάνει υποθέσεις και οργανώνει διαφοροποιημένες δραστηριότητες ως προς το χώρο» (ενδεχομένως και αν λύνει την άσκηση 35 της άλγεβρας της πρώτης γυμνασίου, ε, να μην τα θέλουμε και όλα).
Όλα τα παραπάνω απαντημένα και υπογραμμένα από τον /την νηπιαγωγό παρακαλώ.
Πέρα από τον εμφανή ηθικισμό και συμπεριφορισμό που αποπνέουν όλα τούτα, όποιος στοιχειωδώς έχει διδακτική επαφή με την ηλικία των παιδιών του νηπιαγωγείου γνωρίζει πως η εικόνα τους είναι δυναμική και διαρκώς μεταβαλλόμενη ώστε να μπορεί να «παγώσει» και να ετικετοποιηθεί στις διαβαθμισμένες απαντήσεις από 0 έως 3 που απαιτούν τα έγγραφα αυτά Ας μην υποκρινόμαστε! Μήπως άλλωστε δεν αντιστοιχούν στο «πολύ καλή», «μέτρια», «κακή», «πολύ κακή» και ας κρύβεται κάτι τέτοιο πίσω από «ουδέτερες» αριθμητικές διαβαθμίσεις;.
Η κοινωνική ωριμότητα του π χ νηπίου είναι ένα «στοίχημα» ένα πρόταγμα που διαρκώς παίζεται, καταχτιέται, υποχωρεί ,ξανακαταχτιέται κλπ μέσα στην αίθουσα και στις αυλές των νηπιαγωγείων (όπου φυσικά αυτές υπάρχουν). Ας αφήσουμε την σοβαρότερη πλευρά της υπόθεσης ότι η «ανωριμότητα» και η «επιθετικότητα» των νηπίων είναι από συστημική άποψη οι γέφυρες με τα ζητήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, ότι πίσω από αυτήν την ανωριμότητα μπορεί να κρύβονται (και συνήθως έτσι συμβαίνει) πολύ δημιουργικές προσωπικότητες, ότι π χ ο επιφανειακός «μη σεβασμός των άλλων και η επιθετικότητα» είναι μια δυναμική έκφραση αναγκών που οφείλει να ψάξει και να αναδείξει ο εκπαιδευτικός και πως σε ζώνη επικινδυνότητας βρίσκεται περισσότερο το «αποσυρμένο παιδί» που τυπικά σέβεται τους άλλους, τα υλικά του νηπιαγωγείου και ενδεχομένως δεν πατάει και τα τζιτζίκια! Αυτά πια είναι ψιλά γράμματα για ένα νηπιαγωγείο των νέων οριζόντων. Το νέο νηπιαγωγείο διψά για «αποτελεσματικότητα»!
Είναι απαράδεκτη η τόσο εύκολη χρήση της έννοιας του σεβασμού που πιστεύουμε δεν γίνεται τυχαία. Πίσω από την αμφιβόλου παιδαγωγικής αξίας χρήση της μπορούμε να «διαβάσουμε» την έννοια της προσαρμογής και της πειθάρχησης σε ένα «περιβάλλον» που διαρκώς και πιο έντονα θα σχολειοποιείται.
Ο φάκελος τώρα του νηπίου θα συνοδεύεται από ονοματεπώνυμο, σχολική χρονιά ηλικία κλπ (ως εδώ καλά), ημερομηνία εκτέλεσης της εργασίας, τον τίτλο της , τους λόγους για τους οποίους ο /η νηπιαγωγός το θεωρεί σημαντικό (αρκετοί νηπιαγωγοί έτσι και αλλιώς το έκαναν αυτό) τις παρατηρήσεις επί της εργασίας της νηπιαγωγού, του νηπίου και των γονέων και όλα αυτά ανά χρονολογία και ανά κατηγορία.(κατά τα άλλα δεν εφαρμόζουμε –ή εφαρμόζουμε;-το αναλυτικό πρόγραμμα του `89 με τους διάφορους τομείς).
Τα περιεχόμενα του φακέλου είναι πέρα από τις εργασίες και τις παρατηρήσεις καταγραφές του εκπαιδευτικού, πιθανές μαγνητοσκοπήσεις φωτογραφίες, βιντεοσκοπήσεις και άλλες πληροφορίες. Όμως αυτά δεν αρκούν και ας είναι με τον καλύτερο τρόπο οργανωμένα. Ά όλα και όλα! Θέλουμε και τις κλίμακες παρατήρησης –για τις οποίες έγινε λόγος-. Είναι τόση η δίψα για άσκηση ελέγχου που πρέπει η αξιολόγηση να πάρει μορφή κλίμακας. Άραγε γιατί;
Στην Ειδική Αγωγή –απ` όπου είναι δανεισμένο το σχήμα αυτό, κατ` αναλογία του δελτίου αξιολόγησης από την ενισχυτική διδασκαλία της δευτεροβάθμιας στον οδηγό νηπιαγωγού- ήδη παρατηρείται μια τάση αποδεύσμεσης από τις κλίμακες και τα «σταθμισμένα κριτήρια» και ενισχύεται η τάση της καθημερινής, ήπιας παρατήρησης-παρέμβασης ενώ οι αξιολογήσεις των παιδιών έχουν διαρκώς μεταβαλλόμενο χαρακτήρα. Γιατί πρέπει η γενική αγωγή να υιοθετήσει ένα αμφισβητήσιμο και εν τέλει γραφειοκρατικό σχήμα από την ειδική αγωγή και μάλιστα παρωχημένης και στενής αντίληψη;.
Τι σημαίνει η μετατροπή του ζωντανού-εμψυχωτικού ρόλου του /της νηπιαγωγού σε έναν γραφειοκράτη –καταγραφέα προσωπικοτήτων, πολύ περισσότερο μέσα στις συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες των νηπιαγωγείων της χώρας (έλλειψη χώρων, υπερπληθή τμήματα κλπ, ) που έτσι και αλλιώς συμπιέζουν τους χρόνους επαφής και οργάνωσης των δραστηριοτήτων των νηπίων;
Είναι κραυγαλέο, ότι πέρα από τις αντιδράσεις των νηπιαγωγών η συγκεκριμένη μορφή πορτφόλιου ξεσήκωσε και τις αντιδράσεις των σχολικών επιτροπών γιατί είχε μεγάλο κόστος η αγορά και συντήρηση όλου αυτού του πακέτου!
Θα μπορούσε βέβαια και εδώ να ισχυριστεί κάποιος πως πρόκειται για τις υπερβολές κάποιας σχολικής συμβούλου. Πως οι περισσότερες σχολικές σύμβουλοι ακολουθούν ηπιότερες μεθόδους πως δεν έχουν τέτοιες απαιτήσεις κλπ. Και πραγματικά κάτι τέτοιο συμβαίνει-γιατί ευτυχώς-η παράνοια της ετικετοποίησης δεν έχει πάρει-ακόμα -μαζική μορφή.
Όμως η γενική κατεύθυνση εκεί οδηγεί.
Οι περισσότερες π χ σύμβουλοι υιοθετούν την ήπια εκδοχή της συγκέντρωσης των εργασιών των νηπίων κατά τομέα ανάπτυξης, εννοείται ακολουθώντας την ημερολογιακή σειρά .Πέρα από το ζήτημα της σύγχυσης-για το πώς θα γίνει ο διαχωρισμός σε διάφορους τομείς (στην οποία αναφερθήκαμε) που όμως την αντιμετωπίζουν ακολουθώντας τους τομείς όπως τους ορίζει το ΔΕΠΣ (που ελέγχεται η επιστημονική του βάση) εδώ τίθενται μια σειρά ζητήματα που έχουν τόσο θεωρητική όσο και πρακτική σημασία.
Είναι αντιπροσωπευτικός της προόδου του νηπίου ο φάκελός του;
Και συνακόλουθη ερώτηση, για ποια πρόοδο μιλάμε, την ορίζουμε ως προς τι; Με τι υλικά και μέτρα θα την «αξιολογήσουμε»(αφού η καταγραφή -παρατήρηση πρέπει να συμπληρωθεί από την αξιολόγηση απαραίτητα, σύμφωνα με τον επίσημο-πια οδηγό του /της νηπιαγωγού);
Αν έχουμε να κάνουμε με το νηπιαγωγείο όπως το ξέραμε μέχρι σήμερα όπου ας το πούμε ο…λόγος της ικανοποίησης των αναγκών ως προς τις επιδόσεις (ομαδικές και ατομικές) είναι, όχι συντριπτικά, αλλά διακριτά ανισοβαρής υπέρ της ικανοποίησης των αναγκών των νηπίων, προφανώς και ο φάκελος δεν είναι η ουσιαστική φωτογραφία της πραγματικής συμμετοχής των νηπίων στο πρόγραμμα.
Αν έχουμε δηλαδή ένα νηπιαγωγείο όπου η ευχάριστη δημιουργική απασχόληση υπερισχύει της γνωστικής προετοιμασίας για το δημοτικό ,ή ορθότερα η γνωστική προετοιμασία «εξυπηρετείται» μέσα από την δημιουργική αυτοέκφραση, είναι κατά κάποιο τρόπο «υποτακτικός» της, τότε σε ένα «τέτοιο» νηπιαγωγείο που είναι «ένα σχολείο της σχόλης» κάτι «ανάμεσα σε σπίτι και σχολείο», προφανώς ο φάκελος είναι μία στιγμή (ή κάποιες στιγμές) του νήπιου μέσα στο χώρο του νηπιαγωγείου. Ένας –το πολύ-υποβοηθητικός παράγοντας για να διαμορφώσουμε ένα κομμάτι της συνολικής εικόνας και παρουσίας των παιδιών (το παλιό αναλυτικό πρόγραμμα παρόλο που στην εφαρμογή του επικρίθηκε για σχολειοποίηση τέτοια θέση δίνει στους φακέλους των παιδιών, οπότε μπορούμε να φανταστούμε που πάνε σήμερα τα πράγματα).Και η εικόνα αυτή μάλιστα είναι αρκετά αμφισβητήσιμη.
Παράδειγμα, το σημερινό νηπιαγωγείο έχει ,να το πούμε και έτσι, τονισμένη την εικαστική του δραστηριότητα, είτε αυτή εντάσσεται στον σύμφωνα με το παλιό αναλυτικό «αισθητικό τομέα», είτε ως μέρος ακτινωτών δραστηριοτήτων από τις «προκύπτουσες» δραστηριότητες του διαθεματικού, είτε ως ελεύθερη ενασχόληση και ψυχική έκφραση των παιδιών.
Όπως γράφει και σε περιοδική έκδοση του ΟΜΕΡ η επίκουρος καθηγήτρια του ΑΠΘ Νικόλτσου (2003-τ.5) «το να βγάλουμε συμπεράσματα για την προσωπικότητα (του νηπίου, σημείωση δική μας) από μόνο ένα ή δύο δείγματα της τέχνης του και γενικότερα να αξιολογήσουμε την κριτική του ικανότητα αποκλειστικά από το εικαστικό του έργο αποτελεί αδικία και για το έργο το παιδιού και για το ίδιο το παιδί» γιατί «η απόλαυση της ζωγραφικής και παραγωγή νέων έργων τέχνης γενικότερα, είναι η υποκειμενική αντίδραση του παιδιού προς τον κόσμο».
Δεν ξέρουμε αν με την εφαρμογή του διαθεματικού η καλή καθηγήτρια έχει τροποποιήσει και τη θέση της ως προς τη χρησιμότητα της τέχνης στη συντελούμενη… κοσμογονία όμως αρκεί και μόνο το γεγονός ότι πολλές από τις δραστηριότητες του νέου ΔΕΠΣ «προτείνουν», (αφού το νέο πλαίσιο μόνο προτείνει και δεν επιβάλει τάχα) ως ανατροφοδότηση και αξιολόγηση τελικά του τι έχουν μάθει τα νήπια από μια ένα πρότζεκτ, κάποια μορφής εικαστικής δραστηριότητας.
Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν άνετα να ρίξουν νερό φυσικά στη λογική της σχολικής συμβούλου για επιπλέον «σταθμισμένα» κριτήρια αξιολόγησης.
Αλλά και σε ένα τέτοιο μελλοντικό (;) νηπιαγωγείο της αξιολόγησης και των ποικίλων και σταθμισμένων κριτηρίων ο φάκελος των νηπίων γίνεται, ως εικόνα, περισσότερο παραπλανητικός.:
1. Πέρα από την παρουσία του νηπίου στην αίθουσα υπάρχει και η παρουσία των νηπίων εκτός νηπιαγωγείου, δηλαδή υπάρχει το κοινωνικό-πρωτίστως-, ψυχικό και μορφωτικό φορτίο που μεταφέρουν από το περιβάλλον τους στον χώρο του.
2. Πόσο έτοιμα (όχι μόνο από την άποψη της σχολικής ετοιμότητας και σταδίου ανάπτυξης αλλά και ανάλογα με το φορτίο αυτό) είναι τα νήπια , η το κάθε νήπιο για να μπορεί να ανταποκριθεί στους στόχους του νέου προγραμματικού πλαισίου; Κατά συνέπεια πόσο μπορεί ένα τέτοιο «πορτφόλιο» να αποτελεί –σε μια τέτοια ευαίσθητη ηλικία- την πραγματική εικόνα του νηπίου; `Η αντίθετα μήπως κατασκευάζει εικόνα, διαμορφώνει την εικόνα και τελικά νομιμοποιώντας αναπαράγει και αναπαράγοντας νομιμοποιεί και διευρύνει τους ταξικούς διαχωρισμούς από τα…μικράτα των παιδιών; Δεν είναι μήπως όλα αυτά τα στοιχεία «απολιθώματα», όπως έλεγε και ο Βιγκότσκι, που δεν εκφράζουν την πραγματική ατομική δυναμική; Πως ξέφυγε αυτό το σημείο από τους πνευματικούς ταγούς της νέας εποχής που μας έχουν κυριολεκτικά λούσει με την λεγόμενη «κοινωνική κατασκευή»;
Γιατί ακόμα και αυτό το υποτίθεται το «παιδοκεντρικό» νηπιαγωγείο σε ποια κριτήρια θα προσαρμοστεί; Ποια είναι τα κριτήρια της ενήλικης κοινωνίας στα οποία είναι ανοιχτό το νέο νηπιαγωγείο της «νέας» εποχής; Φροντίζει να μας τα παρουσιάσει ο οδηγός εισαγωγικά αλλά και τα ζούμε καθημερινά στην κοινωνική πραγματικότητα. Αλλά και σε εκπαιδευτικό επίπεδο αυτά τα «κριτήρια» που δεν είναι παρά τα κριτήρια της ενήλικης ταξικής κοινωνίας στις ανάγκες, στα μέτρα, ποιων παιδιών έχουν διαμορφωθεί; Μπορεί να πάρει μια ολοκληρωμένη απάντηση κανείς αν δει την λογική συνέχεια των αλλαγών στα νέα βιβλία του δημοτικού που έχουν «κατεβάσει» την ύλη στις χαμηλότερες τάξεις και που ταλαιπωρούν μαθητές αλλά και…γονείς των λαϊκών τάξεων.
3.Περισσότερο παραπλανητική καταντά η εικόνα που θα παρέχει το πορτφόλιο αφού το παιχνίδι στο νηπιαγωγείο του μέλλοντος δεν θα είναι αυτό που ήταν. Και αυτή είναι η πρώτη ουσιαστική επίπτωση της αλλαγής που επιχειρείται Δεν θα ενσωματώνονται οι διδακτικοί στόχοι στις διαδικασίες του παιχνιδιού αλλά θα χρησιμοποιείται χρηστικά για να υλοποιηθούν οι διδακτικοί στόχοι του προγμαμματικού πλαισίου. Δεν θα είναι ο κορμός αλλά κάποιο από τα πολλά κλαδιά του αειθαλούς δένδρου της γνώσεως που θα φυτρώσει στις αυλές των νηπιαγωγείων (επαναλαμβάνουμε αυτών που διαθέτουν)!
Είναι γνωστό και επιβεβαιώνεται στην εκπαιδευτική πράξη πως το παιχνίδι είναι ο ασφαλέστερος ανατροφοδοτικός μηχανισμός και παρέχει τις πιο πολλές ,ποικίλες , ανώδυνες , ήπιες, και ενισχυτικές ευκαιρίες για ουσιαστική αξιολόγηση (δεν θα εξορίσουμε κάποιους όρους επειδή έχουν κυριολεκτικά βιαστεί) της παρουσίας των παιδιών στο νηπιαγωγείο.
4.Μα, μας αντιτείνουν ότι τα πορτφόλια δεν θα αξιολογούν το σωστό-λάθος, αλλά τη διαδικασία, τον τρόπο που μαθαίνουν τα νήπια πώς να μαθαίνουν! Χαρήκαμε αποτόμως. Δηλαδή ο υποτιθέμενος κεντρικός εκπαιδευτικός στόχος του μελλοντικού σχολείου (μας έχουν πια βομβαρδίσει με αυτόν) θα αποτελεί τον στόχο της καταγραφής. Τέλεια παιδαγωγική μεθοδολογία.! Μα ακριβώς η κατοχή και χρήση αυτής της διαδικασίας (όχι μόνο αλλά σε σημαντικό βαθμό) είναι που επιτρέπει σε ορισμένα παιδιά να «προχωρούν» ενώ σε κάποια όχι. Γι αυτό και λέμε πως το σχολείο όχι μόνον αντανακλά αλλά αναπαράγει και τις ταξικές αντιθέσεις. Μάλιστα πολλά παιδιά είναι ήδη «έτοιμα» μόνο και μόνον από την καταγωγή και το περιβάλλον τους για να «χωνέψουν» μια τέτοια διαδικασία. Η καταγραφή-αξιολόγηση θα επιβεβαιώσει αυτή τη διαφορά που επιπλέον, ειδικά στο νηπιαγωγείο, ως εικόνα μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή και ο κίνδυνος να υποτιμηθούν οι πραγματικές δυνατότητες του νηπίου είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός.
5.Όσο για το ότι τα στοιχεία αυτά είναι για προσωπική χρήση του/ της νηπιαγωγού ελέγχεται ως παραπλανητική επίσης καθώς είναι γνωστή η θέση του ΕΣΥΠ για ενσωμάτωση του ενός χρόνο προσχολικής αγωγής με τον πρώτο χρόνο στο δημοτικό σε συνδυασμό επίσης με την γνωστή πρόταση του ίδιου φορέα για φάκελο προόδου του μαθητή που θα ενημερώνεται συνεχώς από την είσοδό του στην εκπαιδευτική διαδικασία μέχρι το Πανεπιστήμιο. Στην καλύτερη των περιπτώσεων αποτελεί μια προεκπαίδευση των νηπίων(και των γονέων αυτών) και αποδοχή ότι το παιδί τους θα έχει φάκελο στον οποίο θα περιγράφονται οι «επιδόσεις του».
Τέλος το γεγονός ότι όλα αυτά θα λαβαίνουν χώρα στις γνωστές συνθήκες των νηπιαγωγείων, με δεδομένη τη σύγχυση για το ρόλο του/ της νηπιαγωγού στους συνάδελφους/ συναδέλφισσες, κληροδοτημένο ακόμα από το αναλυτικό του `89, και το σημαντικότερο, ότι θα αποτελούν το χειροπιαστό υλικό «για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου»,και τούτη η επίπτωση είναι η τρίτη ορατή επίπτωση των αλλαγών, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σε τι κατάσταση εκπαιδευτικής παράνοιας και άγριας σχολειοποίησης μπορεί να οδηγήσει. Με εργαλείο τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών και θύματα φυσικά τα νήπια (γιατί τα περισσότερα προνήπια θα το… γλιτώσουν αυτό, απλά μένοντας έξω από το…υποχρεωτικό νηπιαγωγείο).
Ας φανταστεί κάθε νηπιαγωγός τα «πορτφόλια» σε καθεστώς κανονικής εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου για την «αξιολόγηση» των εκπαιδευτικών.
Στα γνωστά φυλλάδια που έστειλαν αρκετές σχολικές σύμβουλοι στο τέλος της σχολικής χρονιάς 2007-08 για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, η ερώτηση για το αν τηρούνται τα πορτφόλια κλπ ξεχωρίζει μεταξύ των άλλων.

Η «ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΤΙΔΑ».
Αλλά και η λεγόμενη ομαδοσυνεργατική μέθοδος γνωρίζει μεγάλες δόξες σε έναν χώρο –που για να λέμε του στραβού το δίκιο-. προσφέρεται για να δουλέψει ο εκπαιδευτικός ομαδικά και ως ένα βαθμό αυτό γινότανε μέχρι σήμερα.
Καταρχάς υφίσταται μια θεμελιώδης συνθήκη ελέγχου για τη λειτουργία της «ομάδας».
Η ίδια η δημιουργία ομάδων από μόνη της δεν προάγει την αντισταθμιστική πλευρά της διδασκαλίας. Τα παιδιά δεν απεκδύονται τους κοινωνικοπολιτιστικούς όρους που φέρουν στο νηπιαγωγείο όταν ανοίγει η πόρτα του. Τις ταξικές ανισότητες τις κουβαλούν και μέσα στο νηπιαγωγείο .Αντίθετα μπορεί να δημιουργηθούν μεγάλες πλάνες για τη συμμετοχή (ουσιαστικά περιθωριοποίηση) κάποιων παιδιών ή τον περιορισμό τους σε ρόλους κομπάρσου σε ένα πεδίο που οι πιο προχωρημένοι καθορίζουν το κλίμα και τους ρυθμούς της ομάδας (όπως είπε και ένα ανεκδιήγητος σχολικός σύμβουλος της πρωτοβάθμιας σε μια συγκέντρωση για τα νέα βιβλία, οι «αδύναμοι» μαθητές θα ζωγραφίζουν τα πρότζεκτ, θα μεταφέρουν τα μπουκαλάκια για τα πειράματα και άλλα τέτοια ωραία).
Κατά δεύτερο λόγο οι συνθήκες στα νηπιαγωγεία είναι συγκεκριμένες. Πραγματικά σε ένα περιβάλλον «πιλοτικό» με ανώτερο αριθμό νηπίων τα 15 (και πολλά είναι) με ευρυχωρία και δυνατότητα να δημιουργήσει η νηπιαγωγός πολλές γωνιές και διαφορετικές «πραγματικότητες» μέσα στην αίθουσα, θα μπορούσε η δουλειά με ομάδες να ήταν πραγματικά αποδοτική για το σύνολο των παιδιών και κάποιοι από τους αρνητικούς κοινωνικούς όρους να «αντισταθμιστούν» έστω προσωρινά .Ποιο νηπιαγωγείο διαθέτει όμως κάτι από τα παραπάνω (πλην ίσως κάποιων νηπιαγωγείων απομακρυσμένων χωριών και νησιών);Μιλάμε πάντα «εντός Ελλάδος»…
Έπειτα θέλει ορισμό και ο όρος της αποδοτικότητας. Ότι είναι αποδοτικό για το παιδί του γιατρού, του δικηγόρου, πιθανόν του δασκάλου δεν είναι αποδοτικό για το παιδί του εργάτη, του αγρότη κλπ. Στα πλαίσια της ομάδας (την οποίας μάλιστα προωθούν και την αυτοαξιολόγηση(!) κάποιες σχολικές σύμβούλοι) όλες αυτές οι αποδοτικότητες συγχωνεύονται στη λεγόμενη δυναμική της ομάδας . Ποιους όμως πραγματικά εκφράζει αυτή η δυναμική;
Ποιος θα κρίνει αυτό το ζήτημα; Ο νηπιαγωγός, το πρόγραμμα, η δραστηριότητα από μόνη της μέσω της ανατροφοδότησης όπως πομπώδικα λέγεται και δηλώνεται; Επανερχόμαστε δηλαδή στην αρχική συνθήκη ελέγχου.
Αλλά και από παιδαγωγικοψυχολογικής πλευράς (αν υπάρχει «καθαρή» τέτοια) δημιουργούνται μια σειρά ζητήματα. Ο οδηγός είδαμε πόσο άγαρμπα και ηθικοπλαστικά (τουλάχιστο) τα «απαντά». Όμως η κοινωνική ψυχολογία τονίζει πόσο πραγματικά λεπτό ζήτημα είναι η δημιουργία ομάδων, πόσο ειδικοί και γενικοί όροι πρέπει να τηρούνται όσον αφορά τις αποστάσεις δυναμικού των μελών της. Γιατί αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα:οι αναθεματισμένες «αποστάσεις»! Και απέναντι σε αυτό το ζήτημα κρίνεται και η προοδευτικότητα του κάθε εκπαιδευτικού στο μέτωπο της διδασκαλίας.
Είμαστε ενάντια στη λειτουργία ομάδων μέσα στο νηπιαγωγείο; Ειδικά σε ένα χώρο που επιτρέπει να αναπτυχθούν τέτοιες διδακτικές πρακτικές;
Κάθε άλλο! Αυτό είναι εξ` άλλου ένα από τα ατού της προσχολικής αγωγής.
Είμαστε όμως ενάντια στην καλλιέργεια της αυταπάτης (και της διανοητικής ηλιθιότητας) ότι μέσα από την «ομαδοσυνεργατική διδασκαλία» θα αναιρεθούν όλοι οι αρνητικοί εκπαιδευτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που…αναπαράγουν τις ανισότητες στο νηπιαγωγείο-σχολείο.
Είμαστε ενάντια στην «ομαδοσυνεργατική» που τελικά ευνοεί, αυτούς τους διαχωρισμούς και μας εθίζει στην νόμιμη ύπαρξή τους.
Είμαστε ενάντια στην «ομαδοσυνεργατική» που προωθώντας τη συνεργασία των πιο «ικανών» εθίζει και προετοιμάζει τους υπόλοιπους να λειτουργούν με αυτό τον τρόπο στις παραπάνω βαθμίδες της εκπαίδευσης, εκεί που οι διαχωρισμοί θα πάρουν μια πιο κάθετη και ανταγωνιστική μορφή. Αυτός εξ` άλλου είναι και ο ρόλος της «ομαδοσυνεργατικής» που…ανατίθεται στο σύγχρονο νηπιαγωγείο. Ανεξάρτητα –επιμένουμε-πάντα από τις αυταπάτες και την αυτοεικόνα που έχουν για τις θεωρίες και πρακτικές που εισηγούνται οι υποστηρικτές της (πανεπιστημιακοί, σύμβουλοι, πιθανόν κάποιοι συνάδελφοι-«πολλαπλασιαστές»).
Εκεί βρίσκεται και η εξήγηση της αντίφασης του ότι προοδευτικοί νηπιαγωγοί, που δουλεύουν με τις ομάδες, που μάλιστα έχουν διαφωνήσει με συναδέλφισσες και συναδέλφους- πάνω στη δουλειά- για την ανάγκη να δουλεύουμε με αυτές, ακριβώς αυτοί αντιμετωπίζουν με μεγάλο σκεπτικισμό και αμφισβήτηση την… «ομαδοσυνεργατίτιδα».

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ
Εντάσσονται κάπου αυτές οι αλλαγές στο νηπιαγωγείο;
Οι αλλαγές αυτές –αν και προηγήθηκαν στο χώρο της προσχολικής αγωγής- δεν είναι απομονωμένες από τις γενικότερες ανατροπές στις υπόλοιπες βαθμίδες της εκπαίδευσης, και δεν εννοούμε μόνο τις αλλαγές στα βιβλία και τα προγράμματα, αν και οι τελευταίες «συνορεύουν» περισσότερο με τα ΔΕΠΣ, τον οδηγό κλπ.
Στην πραγματικότητα έχουμε μια αλλαγή του ρόλου και της θέσης του νηπιαγωγείου έτσι όπως τον γνωρίζαμε μέχρι τώρα.
Και αυτό δεν είναι ένα ζήτημα παιδαγωγικής κατεύθυνσης, όπως συνηθίζουν να μας λένε – αλλά ένα πολιτικό ζήτημα που συνδέεται με τις γενικότερες αντιδραστικές ανατροπές που επιβάλλονται σε όλον τον κοινωνικό ιστό.
Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τη θέση μας κάνοντας χρήση της οπτικής των δύο σχολείων (στην περίπτωσή μας δύο…νηπιαγωγείων) που βρίσκονται σε αντιπαράθεση μέσα στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα.
Στο σημερινό μαζικό σχολείο έχουμε από τη μια το κυρίαρχο επίσημο σχολείο του συστήματος, αυτό που εκπληρώνει τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης, το σχολείο των ταξικών διαχωρισμών. Από την άλλη υπάρχει και ένα άτυπο «σχολείο» μειοψηφικό και περικυκλωμένο που αντιπροσωπεύει και αντανακλά τις κοινωνικές κατακτήσεις και ανάγκες, την απαίτηση της εργαζόμενης πλειοψηφίας για το δικαίωμα της μόρφωσης.
Όλες αυτές οι μορφωτικές, δημοκρατικές, πολιτιστικές και άλλες κατακτήσεις επιβλήθηκαν μέσα από τους γενικότερους κοινωνικούς αγώνες(όχι μόνο στην εκπαίδευση) και κάτω από την απειλή του πιο ανώτερου από αυτούς τους αγώνες, του αγώνα της κοινωνικής ανατροπής για μια άλλη κοινωνία.
Αυτό το «δεύτερο» σχολείο δεν χωρά, ασφυκτικά μέσα στη σημερινή κοινωνία, δεν μπορεί να μετατραπεί σε ένα άλλο σχολείο παρά μόνο σε μια άλλη κοινωνία.
Σήμερα οι μεγάλες ανατροπές που έχουν συντελεστεί υπέρ του κεφαλαίου, που αφαιρούν μέρα με τη μέρα στοιχειώδεις κοινωνικές κατακτήσεις και εργασιακά δικαιώματα επιβάλλουν και την αλλαγή του «παλιού» σχολείου. Όταν όμως μιλάνε για το «παλιό» σχολείο εννοούν αυτές τις κατακτήσεις, δεν εννοούν τόσο τα παλιά (και χρεοκοπημένα) αναλυτικά προγράμματα (αν και εμφανίζονται με τέτοια φρασεολογία «παιδαγωγική») όσο τις κατακτήσεις και τα αυτονόητα της προηγούμενης περιόδου.
Σήμερα λένε ότι επιβάλλεται το σχολείο να γίνει πιο «αποτελεσματικό», πιο «αποδοτικό». Και εννοούν να γίνει πιο φτηνό, πιο χρηστικό και ευέλικτο και φυσικά με πιο πειθαρχημένο έμψυχο υλικό (μαθητές, εκπαιδευτικοί). Το νηπιαγωγείο δεν πρόκειται να αποτελέσει εξαίρεση, ήρθε και η δική του σειρά.
Οι νηπιαγωγοί δεν πρέπει να συγχέουμε την ίσως ενδιαφέρουσα (και υπό άλλους όρους χρήσιμη )συζήτηση και αντιπαράθεση γύρω από το πρόγραμμα του νηπιαγωγείου (που μπορεί κάποιοι να την διεξάγουν και ειλικρινά) με αυτές τις ανατροπές που είναι σε αντιδραστική κατεύθυνση. Όσο και αν χρησιμοποιείται τούτη η συζήτηση ως προοδευτική βιτρίνα..
Σε αυτή τη βάση από τις αποφάσεις της συνόδου της ΕΕ στην Λισσαβόνα (για να περιοριστούμε στον ευρωπαϊκό χώρο) ακόμα, επιφυλάσσονταν μια αλλαγή του ρόλου και της θέσης του νηπιαγωγείου.
Η υποχρεωτική μονοετής φοίτηση στο νηπιαγωγείο (που προβλήθηκε σαν μια-έστω και κουτσουρεμένη- «κατάκτηση» της μεγάλης απεργίας του 2006) υπάγεται σε αυτό το σχεδιασμό. Σχεδιασμό που ενσωματώνοντας την προσχολική αγωγή στον πρώτο χρόνο της δημοτικής-πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μειώνει τον συνολικό χρόνο φοίτησης στο δημοτικό, την εξατάξια, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τώρα.
Διόλου τυχαία η πρόταση του ΕΣΥΠ κάνει λόγο για αυτή την ενσωμάτωση και την μείωση του συνολικού χρόνου της εξατάξιας δημοτικής εκπαίδευσης.
Η ολόπλευρη ανάπτυξη κλπ του νηπίου πάει περίπατο κυριολεκτικά μπροστά στην ανάγκη μέσα σε λιγότερο χρόνο η μεγάλη μάζα να εκπαιδευτεί σε κάποιες βασικές δεξιότητες που πρέπει να διαθέτουν και να αναπτύξουν τα παιδιά (ακριβώς όπως τα λέει εισαγωγικά ο οδηγός της/ του νηπιαγωγού) μέσα στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη πλην σκληρή και όλο πιο κατάφωρα ταξική κοινωνία.
Από κει και πέρα όποιος μπορεί και ανάλογα με την τσέπη του και το μορφωτικό της οικογένειάς του θα «προχωρήσει»!
Το επαναλαμβάνουμε, νήπια και εκπαιδευτικοί αλλά και οι γονείς πρέπει να συνηθίσουν στη λογική της ατομικής επιλογής, ότι τάχα είναι δικό τους θέμα η…κατάκτηση της γνώσης και όχι υποχρέωση της οργανωμένης κοινωνίας που απλά θα οργανώνει την βεντάλια των επιλογών.
Μιλάμε για τη σχολειοποίηση του νηπιαγωγείου.
Η ελληνική βερσιόν όμως αυτής της γενικής κατεύθυνσης κυριολεκτικά διαλύει το νηπιαγωγείο ξεχειλώνοντας τα δύο άκρα του, της απασχόλησης και της αγωγής:
Από τη μια το μετατρέπει σε ολοήμερο παιδοφυλακτήριο, παιδικό σταθμό (και μάλιστα κάκιστης υποδομής) και από την άλλη σε…περίπου πρώτη δημοτικού. Δηλαδή η ωραία ιδιαιτερότητα του νηπιαγωγείου, «κάτι ανάμεσα σε σπίτι και σχολείο» μετατρέπεται σε μια τραγελαφική ιδιαιτερότητα «κάτι ανάμεσα σε φύλαξη και σχολείο».
Οι νηπιαγωγοί μετατρέπονται σε διαχειριστές καταστάσεων, καταγραφών, το παιχνίδι μετατρέπεται σε χρηστικό μέσο από πεδίο χαράς και αυτοέκφρασης και τα προνήπια εξοβελίζονται (δεν ζητήθηκε τυχαία φέτος οφθαλμολογική εξέταση για τα νήπια) από αυτό, το εν τέλει, και κακό, σχολείο, στους παιδικούς σταθμούς ιδιωτικούς και δημοτικούς ή στο…παιδαγωγικό περιβάλλον του παππού και της γιαγιάς!
Με δυο λόγια η πρώτη επαφή των παιδιών με την εκπαίδευση μάλλον τα οδηγεί στο εκπαιδευτική πειθάρχηση και το συνακόλουθο μπούχτισμα, πράγμα που θα έχει τις επιπτώσεις τους αργότερα (και όλα αυτά στο όνομα της μεγαλύτερης ενσωμάτωσής τους στην εκπαίδευση!).
Η ανατροπή αυτή σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες εξελίξεις (εγκύκλιος Ράμμα, νόμος για την υποχρεωτική αγωγή) πυροδότησε μια ακόμα πολεμική στο χώρο της αριστεράς στην εκπαίδευση, επίσημης και ριζοσπαστικής.
Έχουν τεθεί διάφορα διλήμματα επιλογές. Ένα από αυτά είναι το «αγωγή ή εκπαίδευση».
Η άποψη που υποστηρίζει ότι η προσχολική βαθμίδα είναι κατά βάση «αγωγή» αρνείται τη σχολειοποίηση και υποστηρίζει πως πρέπει το νηπιαγωγείο κατά βάση αγωγή να παρέχει και μάλιστα εντάσσει αυτή τη λογική σε μια συνολική πρόταση για «παιδικά κέντρα» που θα εκπαιδεύουν ενιαία τα παιδιά από τη ηλικία των 2-3 χρόνων μέχρι την είσοδό τους στο δημοτικό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την…συνεπή επανάληψη των συνθημάτων της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ που μετά την μεταφορά των δημοτικών παιδικών σταθμών στους δήμους (κυβέρνηση Σημίτη) τα εγκατέλειψε για να τα…βρει η επίσημη αριστερά στον…δεξιόστροφο δρόμο της και να υιοθετήσει!
Η άλλη θέση υποστηρίζει –αν και αρνείται και αυτή τη σχολειοποίηση- ότι η προσχολική αγωγή παρέχει εκπαίδευση και μάλιστα βάζει ως βασική προϋπόθεση για την κατοχύρωσή της την καθιέρωση της δίχρονης υποχρεωτικής αγωγής στα πλαίσια του δωδεκάχρονου υποχρεωτικού σχολείου (που έτσι μετατρέπεται πρακτικά σε δεκατετράχρονο υποχρεωτικό!). Η θεσμική εμπειρία του ενός έτους υποχρεωτικής φαίνεται δεν αρκεί για να προσγειώσει κάποιους.
Στο περιθώριο αυτών των απόψεων κινούνται προσεγγίσεις αρκετών συναδελφισσών (άτυπες απόψεις) που βλέπουν στη σχολειοποίηση ακόμα και την κατοχύρωση του επαγγέλματος της νηπιαγωγού! Βλέπετε η εποχή των «ανωτατοποιήσεων» και των «αναβαθμίσεων» έχει περάσει ανεπιστρεπτί και τώρα ο κλάδος ενδιαφέρεται για την…ταπεινή επαγγελματική κατοχύρωση (επαναλαμβάνεται εν μέρει το σενάριο του `89). Τώρα πως γίνεται η τροπολογία Ράμμα που κάθε άλλο παρά κατοχύρωσε επαγγελματικά και εργασιακά τον κλάδο, να μιλάει για «μαθήματα» (σούπερ σχολειοποίηση) πρέπει να το εξηγήσουν όσοι και όσες περιμένουν να τους «σφάξει ο πασάς για να αγιάσουν»!
Όλες αυτές οι προσεγγίσεις και απόψεις άτυπες και τυπικές, στην ουσία υποκύπτουν και υποτάσσονται στη κυρίαρχη λογική (που εκφράζει κάθε κυβέρνηση) και στους όρους που αυτή θέτει για τις αλλαγές στα νηπιαγωγεία και στην εκπαίδευση γενικότερα.
Γιατί τοποθετούν τη λύση του ζητήματος στην ανάγκη μιας συνολικής ρυθμιστικής και θεσμικής «λύσης» που στην πραγματικότητα δεν απαντά ούτε στα άμεσα προβλήματα και αιτήματα του κλάδου.
Έχουν υποκύψει στην κυρίαρχη άποψη ότι πρέπει να έχουμε μια συνολική πρόταση. Το ζήτημα βέβαια είναι ποιος αποφασίζει για αυτή τους την πρόταση, από ποιον ζητάνε να τη υιοθετήσει; Πολύ απλά, που την απευθύνουν;
Καταρχήν καταντά κάπως συζήτηση για το… φύλλο των αγγέλων η διάσταση αγωγής-εκπαίδευσης. Θα λέγαμε πως παρά τη λεπτή διάκριση (που όντως υφίσταται) το ζήτημα δεν κρίνεται εκεί.
Ούτε αυτή τη στιγμή μπορούμε να έχουμε την «κατάλληλη λύση» για την λεγόμενη προνηπιακή και νηπιακή ηλικία(και εννοούμε τις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες του εξαρτημένου καπιταλισμού στις οποίες λειτουργεί η χώρα, κάθε της θεσμός και χώρος άρα και η εκπαίδευση).
Μα τι θα πει κατάλληλη; Και γιατί θεωρείται δεδομένο πως το μαθησιακό υποκείμενο των 4τράχρονων και 5χρονων παιδιών(και οι ανάγκες τους) υφίσταται όπως το ορίζει η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική και δεν θα είναι διαφορετικό σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση (είναι ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη η προσέγγιση της Βιδάλη στο βιβλίο της για νεωτερικότητα και τη προσχολική αγωγή); . Εξ άλλου το τι θεωρούσε κάθε εποχή και κοινωνική οργάνωση ως παιδική ηλικία και τι ήταν «κατάλληλο» γι αυτήν ήταν πάντα σχετικό.
Να απομακρυνθούμε όσο πιο γρήγορα γίνεται από την λογική της «συνολικής κατάλληλης λύσης» που θα είναι πάντα ανεφάρμοστη στις σημερινές συνθήκες. Που όταν «εφαρμόζεται», όπως στη περίπτωση του ενός έτους προσχολικής αγωγής, εφαρμόζεται σε κατεύθυνση αντίθετη με τις κατακτήσεις του κλάδου και των δικαιωμάτων των παιδιών.
Και που όταν δεν εφαρμόζεται (κατά κανόνα) γεμίζει ατέλειωτες χαρταπιές από προτάσεις (όπως αυτή της ΔΟΕ) για να έχει να λέει η συνδικαλιστική και εργατοπατερίστικη γραφειοκρατία ότι δεν ξεχνά τους/ τις νηπιαγωγούς!
Ούτε η διέξοδος βρίσκεται στη εμπλοκή του κλάδου σε μια ατέρμονη αναζήτηση για το «κατάλληλο αναλυτικό πρόγραμμα ή εκπαιδευτικό πλαίσιο».
Γιατί ακόμα και αν υποθέσουμε πως βρέθηκε (με ποιον τρόπο; με έρευνα, όπως μας λένε οι πανεπιστημιακοί;) ένα τέτοιο, σε ποιο κοινωνικό πλαίσιο θα εφαρμοστεί;
Η επιδείνωση της κατάστασης στην προσχολική αγωγή (και γενικότερα στην εκπαίδευση) δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των αναλυτικών προγραμμάτων (χωρίς να εξαιρούμε τη συμμετοχή τους).
Είναι αποτέλεσμα και της επιδείνωσης της κοινωνικής κατάστασης που ότι και να κάνουμε (και το πιο «κατάλληλο» αναλυτικό να διαθέτουμε) θα μεταφέρεται στο σχολείο με χίλιους δυο τρόπους.
Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε;
Θεωρούμε (και αυτό δεν αφορά μόνο το νηπιαγωγείο) πως αυτή η «αρνητική» τοποθέτηση –γιατί από όλες τις μεριές για αυτόν τον «αρνητισμό» κριτικαριζόμαστε- είναι στην ουσία πιο παραγωγική και σαφώς πιο ρεαλιστική από τις «συνολικά κατάλληλες λύσεις και προτάσεις».
Απλά και μόνο γιατί γνωρίζει (τουλάχιστο αυτό και ας ψάχνει και συζητά όλα τα υπόλοιπα) τι μπορεί να παλέψει μέσα στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο και τι όχι.
Και επιπλέον καθόλου δεν μετανιώνουμε γι` αυτό τον «αρνητισμό». Είμαστε αρνητικοί σε μια χρεοκοπημένη, όλο και πιο ταξική, όλο και φτηνότερη (από κάθε άποψη) εκπαίδευση.
Ας επαναφέρουμε τη λογική των «δύο σχολείων».
Σε τελική ανάλυση ας εφαρμόσουν ότι πρόγραμμα θέλουν (ενιαίο αναλυτικό, ΔΕΠΣ ή ότι άλλο εισάγουν γιατί είναι ανίκανοι και να παράγουν, έστω καπιταλιστικά) στην εκπαίδευσή «τους», στο νηπιαγωγείο «τους». Έτσι και αλλιώς τυπικά κάτω από ένα πλαίσιο πρέπει να λειτουργήσει.
Το ερώτημα είναι: Εμείς ως νηπιαγωγοί- εκπαιδευτικοί- παιδαγωγοί- εργαζόμενοι (βάζουμε όλους τους δυνατούς προσδιορισμούς) τι στοιχεία υπερασπίζουμε από το δικό «μας» άτυπο νηπιαγωγείο όπως το ζούμε καθημερινά μοχθώντας και προσπαθώντας μαζί με τα παιδιά; Αλλά και τι υπερασπίζουμε από τις κατακτήσεις μας (εργασιακές, μορφωτικές, δημοκρατικές) που προέκυψαν μέσα από τους αγώνες μας και ακόμη επιβιώνουν μέσα σε αυτό; Θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο.
Είμαστε σαφώς αντίθετοι σε κάθε μορφή και προσπάθεια να αλλάξει ο χαρακτήρας του νηπιαγωγείου, στην κατεύθυνση της σχολειοποίησής του.
Θέλουμε το νηπιαγωγείο να παραμείνει ο «κήπος του παιδιού», κάτι ανάμεσα σε «σπίτι και σχολείο», η αλλιώς «ένα σχολείο της σχόλης».
Θέλουμε να είναι ένας χώρος που η ικανοποίηση των αναγκών (κοινωνικών ,αισθητικών, κινητικών και ψυχικών) να υπερτερεί των επιδόσεων του:
-Το παιχνίδι να είναι η βάση της λειτουργίας του.
-Οι ελεύθερες δραστηριότητες (ανεξάρτητα από το πώς θα αντλούμε από αυτές ιδέες και σχεδιαγράμματα) να είναι πραγματικά ελεύθερες.
-Να μην υπάρχουν πορτφόλια και άλλες διαδικασίες δήθεν αξιολόγησης και ουσιαστικά ετικετοποίησης των νηπίων.
-Η καλλιτεχνική και δραματική αυτοέκφραση, η αισθητική και αγωγή και καλλιέργεια να συνεχίσουν να καταλαμβάνουν τον χώρο που τους αντιστοιχεί στις δραστηριότητες.
-Οι εκπαιδευτικοί στόχοι (όταν τίθενται) να υπηρετούν την ευχάριστη, συντροφική παραμονή νηπίων και προνηπίων σε αυτό.
Κατά συνέπεια διεκδικούμε χώρους(κύριους και βοηθητικούς) και αυλές στα νηπιαγωγεία που να εξασφαλίζουν συνθήκες σωματικής και ψυχικής υγιεινής αλλά και συναδέλφους και συναδέλφισσες στα γραφεία (με πλήρεις σχέσεις εργασίας) που να μας αντικαθιστούν όταν λείπουμε για διάφορους λόγους (υγείας κλπ).
Πιστεύουμε πως οι νηπιαγωγοί επαρκούν (και ας βρει το Υπουργείο το χρήμα και τον χρόνο για να μας επιμορφώσει) για να ανταποκριθούν σε αυτές τις προτεραιότητες.
Κατά συνέπεια είμαστε αντίθετοι στην είσοδο ειδικοτήτων στο νηπιαγωγείο που και τον χαρακτήρα του θα σχολειοποιήσουν παραπέρα και τις ελαστικές σχέσεις εργασίας στην προσχολική αγωγή θα βάλουν από το παράθυρο (ή…από την πόρτα).
Απαιτούμε μαζικούς διορισμούς μόνιμων νηπιαγωγών.
Θέλουμε περισσότερα σχολικά κτίρια και αυτός είναι ο πιο «κατάλληλος» τρόπος να μαζικοποιηθεί η προσχολική αγωγή και όχι τα υπουργικά διατάγματα περί υποχρεωτικότητας που πετάνε το προνήπια από τη δημόσια εκπαίδευση.
Σε αυτή τη βάση βλέπουμε και την δημιουργία τμημάτων ένταξης (και παράλληλων χώρων) σε όσο περισσότερα νηπιαγωγεία που θα απασχολούν συναδέλφους και συναδέλφισσες σε οργανικές θέσεις.
Αν αυτό το πρόγραμμα πάλης και διεκδίκησης θεωρείται «φτωχό» και αρνητικό από τους θιασώτες των «συνολικών και κατάλληλων προτάσεων» ,να μας συγχωρούν, έχουμε την αντίθετη άποψη.
Γιατί η συνολική αντίθεση σε μια εκπαίδευση και σε ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα αποδεικνύεται τελικά πιο παραγωγική, άμεση και ρεαλιστική από τα φληναφήματα των συνολικών εκπαιδευτικών προτάσεων και ρυθμίσεων που μένουν στα χαρτιά.
Το ζήτημα είναι να ξεκαθαρίσει κανείς ποιος είναι ο αποδέκτης των όποιων προτάσεων καταθέτει…
Εμείς πάντως τις απευθύνουμε στους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες του κλάδου και τους καλούμε να αγωνιστούν γι` αυτές!

04/11/2008

Εκλογές για τα ΠΥΣΔΕ - ΚΥΣΔΕ

Εννιά ερωτήσεις, μια η απάντηση: ΑΠΟΧΗ
Όχι στην ΑΠΑΤΗ της Συνδιοίκησης!

· Τι όργανα είναι τα Υ.Σ.; Κρατικά όργανα, εισηγητικά, εκτελεστικά, πειθαρχικά με αναβαθμισμένο τελευταία τον πειθαρχικό-αξιολογικό τους ρόλο, επιφορτισμένα με το καθήκον υλοποίησης – εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής. Η μειοψηφική συμμετοχή αιρετών των εργαζομένων σ’ αυτά, αποτελεί μόνο επίφαση δημοκρατικότητας και στοχεύει στη χειραγώγηση του κλάδου.
· Γιατί δεν απαιτούμε να αυξηθεί η συμμετοχή μας; Το αστικό κράτος αποφασίζει τη δημιουργία, τους όρους λειτουργίας τους, καθώς επίσης τη διάλυσή τους και τη δημιουργία άλλων οργάνων όταν δεν εξυπηρετούν την κυβερνητική πολιτική. Το πλήρες πέρασμα του ελέγχου των εκλογών τους στο κράτος πριν λίγα χρόνια ήταν τέτοιου τύπου αναπροσαρμογή.
· Μα δεν είναι κατάκτηση του συνδικαλιστικού κινήματος η συμμετοχή στα όργανα αυτά; Εδώ η έννοια κατάκτηση χάνει τη σημασία της. Γυρίζουμε πίσω τη δεκαετία του ’80 που το ΠΑΣΟΚ μοίραζε …«γεύση εξουσίας» στους συνδικαλιστές της εποχής, ενισχύοντας ουσιαστικά τα δεσμά υποταγής του συνδικαλιστικού κινήματος με το κράτος και τις εκάστοτε κυβερνήσεις του. Τις συνέπειες τις βιώνουμε σήμερα με την αποσυγκρότηση του κινήματος και την κυριαρχία της γραμμής της υποταγής και της συναίνεσης.
· Να μη μαθαίνουμε τι γίνεται; Όποια απόφαση εναντιώνεται στα συμφέροντα και τις κατακτήσεις του κλάδου δεν αποκρύπτεται. «Κοινοποιείται» σε όλους μας δια της υλοποίησης-εφαρμογής της. «Αυτιά και μάτια» δεν έχει ανάγκη ο κόσμος της εκπαίδευσης. Γιατί και βλέπουμε και ακούμε, βιώνουμε την επίθεση που εξελίσσεται ενάντιά μας και «γνωρίζουμε» τα νέα σχέδια που εξυφαίνονται. Αντίσταση απαιτείται, και όχι συνδιαλλαγή και υποταγή.
· Μα δεν πρέπει να είμαστε μέσα στα πράγματα; Μέσα στα «πράγματα» μπήκαν αρκετοί και …έμειναν εκεί. Ξεκινάς από «συνδικαλιστής», μπαίνεις στα …πράγματα, και γίνεσαι διοίκηση. Μέσα στις αγωνίες και τα προβλήματα των συναδέλφων πρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα να είναι και κόντρα στην κυρίαρχη κατάσταση πραγμάτων.
· Δεν πρέπει να ελέγχουμε τις αποφάσεις της διοίκησης; Ακριβώς το αντίθετο επιτυγχάνεται. Συμβολή στη νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών και στην άμ­βλυν­ση των α­ντι­δρά­σε­ων, εμπόδια στον πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο. Αυτόν που μόνο το συν­δι­κα­λι­στι­κό κίνη­μα, με τα δι­κά του όρ­γα­να (ΕΛΜΕ και Διδ/κοί Σύλλογοι), με τις δι­κές του δια­δι­κα­σί­ες και τα δι­κά του μέσα μπορεί να διασφαλίσει.
· Και γιατί δεν απέχουμε από κάθε εκλογική διαδικασία; Μα όσοι ισχυρίζονται αυτά τους διαφεύγει ότι τα Α/βάθμια και Β/θμια όργανα είναι η κατάκτησή μας. Εκεί μπορούμε να συζητήσουμε, να αποφασίσουμε να οργανώσουμε αγώνες. Η ενίσχυση των μαζικών διαδικασιών του κλάδου είναι πρωταρχικός όρος για τη συγκρότηση μαχητικού εκπαιδευτικού κινήματος.
· Και γιατί δίνεται μια μέρα άδεια για να ψηφίσουμε; (και τρεις έως πέντε! μέρες στους υποψήφιους;) Εξαγορά απαραίτητη για να δοθεί κύρος σε μια διαδικασία που η συμμετοχή σε αυτή, ήταν πριν μικρότερη του 50%. Οι δια­δι­κα­σί­ες για τα Υ.Σ. πά­ντο­τε θεωρού­νταν – και ή­ταν – δια­δι­κασίες ε­νταγ­μέ­νες πλή­ρως στο διοι­κη­τι­κό μηχανισμό. Για αυτό και το υ­πουρ­γεί­ο ολοκλήρωσε τα χαρακτηριστικά τους τρο­πο­ποιώ­ντας τους ό­ρους συμ­με­το­χής σε αυτές και βα­σι­κά την προ­ϋ­πό­θε­ση να εί­ναι ο εκπ­αιδευτικός μέ­λος των πρω­το­βάθ­μιων ε­νώ­σε­ων. Ούτε μέλος ΕΛΜΕ ή Συλλόγου, οπότε ούτε εισφορά, επιπλέον ούτε εργασία αλλά άδεια. Ζητείται η ψήφος για να δοθεί κύρος και νομιμοποίηση στη λειτουργία των Υ.Σ., καθιστώντας συνυπεύθυνους καθηγητές και δασκάλους.
· Και γιατί ΑΠΟΧΗ από τις εκλογές για τα Υ.Σ.; Για να κα­τα­δει­χθεί, ο πα­λιός και ο νέ­ος, ρό­λος των ορ­γά­νων αυτών. Για να κα­τα­δει­χθεί η α­νά­γκη ε­νί­σχυ­σης των πραγματικών συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γά­νων του κλά­δου. Για να α­να­δει­χθεί η α­ξί­α της υ­πε­ρά­σπι­σης των δι­καιω­μά­των μας μέ­σα α­πό μα­ζι­κές, α­γω­νι­στι­κές και κι­νη­μα­τι­κές διαδικασί­ες. Για να μη νομιμοποιήσουμε αυτά τα κρατικά φερέφωνα. Για να γίνουν βήματα χειραφέτησης από τη διοίκηση. Για να ενισχυθεί η κατεύθυνση της οικοδόμησης ενός ανεξάρτητου από την κυβέρνηση και συνολικά από το κράτος, συνδικαλιστικού κινήματος. Που οι μόνες του εξαρτήσεις θα είναι τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών και του λαού.

ΑΠΟΧΗ από τις εκλογές για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια!

Να στηρίξουμε τα δικά μας όργανα, τις συνελεύσεις, τα σωματεία μας

H κυβέρνηση διεξάγει (5/11) τις εκλογές για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια (Υ.Σ.) ΚΥΣΔ(Π)Ε-ΑΠΥΣΔ(Π)Ε-ΠΥΣΔ(Π)Ε και θα επιδιώξει να σύρει τον κόσμο της εκπαίδευσης στις κάλπες, για να νομιμοποιήσει με την ψήφο του τα όργανα αυτά. Το ΥΠΕΠΘ δίνει «δώρο» μια μέρα άδεια σε αυτούς που θα ψηφίσουν. Εξαγορά και εκβιασμός μαζί για να δοθεί κύρος σε μια διαδικασία που η συμμετοχή σ’ αυτή, ήταν πριν μικρότερη του 50%.

Οι δια­δι­κα­σί­ες για τα Υ.Σ. πά­ντο­τε θεωρού­νταν – και ή­ταν – δια­δι­κα­σί­ες ε­νταγ­μέ­νες πλή­ρως στο διοι­κη­τι­κό μηχανισμό. Για αυτό και το υ­πουρ­γεί­ο ολοκλήρωσε τα χαρακτηριστικά τους τρο­πο­ποιώ­ντας τους ό­ρους συμ­με­το­χής σε αυτές και βα­σι­κά την προ­ϋ­πό­θε­ση να εί­ναι ο εκπ­αιδευτικός μέ­λος των πρω­το­βάθ­μιων ε­νώ­σε­ων. Ούτε μέλος ΕΛΜΕ η Συλλόγου, οπότε ούτε εισφορά, επιπλέον ούτε εργασία αλλά άδεια. Απλά(;) ζητείται η ψήφος για να δοθεί κύρος και νομιμοποίηση στη λειτουργία των Υ.Σ. καθιστώντας συνυπεύθυνους καθηγητές και δασκάλους.

Με τις εκλογές για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια επιδιώκεται:
  • Η νομιμοποίηση δια της συμμετοχής όλων των αντιδραστικών - αντιεκπαιδευτικών αποφάσεων των οργάνων αυτών.
  • Η ανάδειξη της συνυπευθυνότητας του κλάδου, στην υλοποίηση των κυβερνητικών επιλογών.
  • Η επικύρωση με το πρόσχημα της συναπόφασης όλων των σχεδιασμών για περιστολή δικαιωμάτων και κατακτήσεων.
  • Η επιβεβαίωση - αποδοχή από τους εκπαιδευτικούς, της λειτουργίας του συνδικαλισμού σαν συμπλήρωμα της διοίκησης και σαν αντίγραφο «φτηνών» μεθόδων κομματαρχών, όπου αποθεώνεται το «κατόπιν ενεργειών μου».
  • Η ενίσχυση της γραμμής στο εσωτερικό του κλάδου που υποτάσσεται στους «από πάνω», που αμβλύνει τις αντιδράσεις του κόσμου, που βάζει εμπόδια στην χειραφέτηση από την κυβέρνηση και τους κρατικούς μηχανισμούς.

Στις σημερινές συνθήκες ολομέτωπης επίθεσης αναχρονισμού, βασική επιλογή του συστήματος είναι το τσάκισμα κάθε συλλογικής, μαζικής δράσης. Και η υποκατάσταση του συνδικαλισμού από κρατικά όργανα όπου όλοι «συμμετέχουμε» αλλά η κυβέρνηση αποφασίζει με τελικό στόχο οι εκπαιδευτικοί να μην αναζητούν τη λύση στο σωματείο τους αλλά στον «αιρετό» τους.

  • Αντί για τη συλλογική δράση, ο ατομισμός.
  • Αντί για το συνδικαλισμό, οι «κομματάρχες» του συστήματος.
  • Αντί για τον αγώνα, η αιχμαλωσία και οι «χάρες».
  • Αντί για την κατάκτηση δικαιωμάτων, ο εξευτελισμός.

Τα όργανα αυτά ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝ. Τα όργανα αυτά είναι του συστήματος και δεν αλώνονται από το κίνημα των εργαζομένων. Η λιγότερο ή περισσότερο «αγωνιστική», «ανυπάκουη», «απείθαρχη», «αριστερή» συμμετοχή στις εκλογές για τα Υ.Σ. είναι αντικειμενικά αποδοχή - νομιμοποίηση αυτών των πειθαρχικών οργάνων κρατικών φερέφωνων. Είναι άρνηση της αναγκαιότητας να γίνουν βήματα χειραφέτησης από τον κρατικό και υποταγμένο συνδικαλισμό και φανερά αναντίστοιχη με τις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού κόσμου και τα καθήκοντα που θέτει η περίοδος.

Εμείς λέμε ότι η συνολική αποκάλυψη και καταγγελία του ρόλου των οργάνων αυτών, η ολοκληρωμένη αντίθεση στα αντιεκπαιδευτικά – αντιλαϊκά σχέδια της κυβέρνησης, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του κλάδου δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη συμμετοχή στα όργανα αυτά. Πιστεύουμε ότι η θέση – στάση της ΑΠΟΧΗΣ από τις εκλογές για τα Υ.Σ. δρα ενισχυτικά στην κατεύθυνση της οικοδόμησης ενός ανεξάρτητου από την κυβέρνηση και συνολικά από το κράτος, συνδικαλιστικού κινήματος. Που οι μόνες του εξαρτήσεις θα είναι τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών.

ΑΠΟΧΗ λοιπόν από τις εκλογές για τα Υ.Σ. Για να κα­τα­δει­χθεί ο πα­λιός και ο νέ­ος ρό­λος των πει­θαρ­χι­κών ορ­γά­νων. Για να κα­τα­δει­χθεί η α­νά­γκη ε­νί­σχυ­σης των πραγ­μα­τι­κών συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γά­νων του κλά­δου. Για να α­να­δει­χθεί η α­ξί­α της υ­πε­ρά­σπι­σης των δι­καιω­μά­των μας μέ­σα α­πό μα­ζι­κές, α­γω­νι­στι­κές και κι­νη­μα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες.

Η ΜΑΖΙΚΗ ΑΠΟΧΗ από τις εκλογές θα αποτελέσει ένα πρώτο βήμα στον αναγκαίο δρόμο που πρέπει να βαδίσουμε για να αλλάξουν τα πράγματα στο χώρο. Που την επομένη των εκλογών θα συνεχίζει αυτή την αναγκαία παρατεταμένη προσπάθεια συζήτησης - αντίστασης - κοινής δράσης για την ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού κινήματος.